Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ με τον παπαδιαμαντη

Μεσα  στον  αλλοιωμενο  κοσμο,  που  παρουσιαζει  ολες  τις  γιορτες
 σε  εμπορευματοποιημενες  μορφες ,  μη  εξαιρουμενων  και  των  Χριστουγεννων,  υπαρχει  και  η  αλλη  πτυχη,   της  μελωδικης  αφηγησης  των  βιωματων  αυτης  της  γιορτης.
Ειναι  αυτα  που  αφηνουν  στον  εκτυπωτη  της  συλλογικης  μνημης,  οι  καθημερινοι  ηρωες,  αυτοι  που  αφηνουν   πισω  τους τη  δικη  τους  σελιδα...
Ποιος  ομως  θα  τις  μελοποιησει  με  τις  νοτες  του  εναρθρου  λογου;
Ο  Παπαδιαμαντης,  ανοιξε  τον  δυσκολο  αυτο  δρομο...που  δυστυχως,  δεν  τον  συναντησαν  ισουψεις  μιμητες...
Χριστουγεννα  της  ρεμβης,  της  χαλαρωσης  και  του  προβληματισμου.
Με  τις  ομορφιες  τους  και  τις  δυσκολιες  τους..
Με  τα  χαρουμενα    μαντατα,  αλλα  και  τις  δυσαρεστες  εξελιξεις...
Ωστοσο,  πανεμορφα  Χριστουγεννα  με  τον  αξεπεραστο  Αλ.  Παπαδιαμαντη..
Καλη  αναγνωση  και  καλα  Χριστουγεννα...

 Ἀρχική  Ἔργα  Διηγήματα  Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο (1892)

Αμερικάνος


Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911), όπως αναφέρεται στον υπότιτλο του έργου. Δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στην εφημερίδα Άστυ στις 25 και 26 Δεκεμβρίου 1891. Είναι ένα διήγημα της ξενιτιάς, μια μπαλάντα της διασποράς, που τρώει τις καλλίτερες δυνάμεις του τόπου, από τα χρόνια εκείνα.
    Του Δημήτρη του Μπέρδε το μαγαζί ωμοίαζε, την εσπέραν εκείνην, με βάρκαν, κατά το φαινόμενον φουρτουνιασμένην, δευτερόπρυμα πλέουσαν, πληττομένην υπό των κυμάτων την μίαν πλευράν, με το ύδωρ εισπηδών από την κωπαστήν και περιρραντίζον τους δυστυχείς επιβάτας, όπου ο κυβερνήτης και ο ναύτης του φαίνονται περιφρόντιδες, δίδοντες και λαμβάνοντες προστάγματα εις ακατάληπτον γλώσσαν, ο μεν ιθύνων μετά βίας το πηδάλιον, ο δε λύων και δένων τα ιστία, βοηθών διά της κώπης εκ του υπηνέμου, αμφότεροι τρέχοντες από την πρύμνην εις την πρώραν, καταπτοούντες τους απειροτέρους των επιβατών, περιρραινομένους από το αφρίζον κύμα, οσφραινομένους εγγύθεν και γευομένους την άλμην. Εξημέρωναν δε Χριστούγεννα, και έκαστος των πελατών επεθύμει να κάμει τα οψώνιά του. Ο κυρ-Δημήτρης ο Μπέρδες έτρεχεν εμπρός, οπίσω, εκέρνα νοθευμένα τους πελάτας, επώλει ξίκικα εις τους αγοραστάς, με την τρικυμίαν εσκορπισμένην εις την όψιν και την γαλήνην ταμιευμένην εν τη καρδία, γοητευόμενος από τας φωνάς των θαμώνων, ενθουσιών από τον κρότον των κερμάτων, των πιπτόντων διά της άνωθεν οπής, ως τα στρουθία εις την παγίδα, εις το καλώς κλειδωμένον συρτάρι του. Το παιδί, ο δεκαπεντούτης Χρήστος, ανεψιός του εξ αδελφής, δεν επρόφθανε να γεμίζη φιάλας εκ του βαρελίου, να κακοζυγίζη βούτυρον εκ του πίθου, να κενώνη μέλι εκ του ασκού, με την ποδιάν υψηλά εις το στήθος περιδεδεμένην, κι εξελαρυγγίζετο να φωνάζει αμέσως! εις οκτώ διαφόρους τόνους και ύψη· λέξιν την οποίαν με τον καιρόν είχε κατορθώσει να κολοβώση εις αμές! είτα να συντάμη εις ’μες! και τέλος ν’ απλοποιήσει εις ες!
    Εις μίαν γωνίαν του μαγαζιού όμιλος εκ πέντε ανδρών εκάθηντο κι’ έπιναν την μαστίχαν των, πριν διαλυθώσι και απέλθωσιν οίκαδε δια το δείπνον. Ήσαν όλοι εμποροπλοίαρχοι του τόπου, περιμένοντες την κατάδυσιν του Σταυρού διά ν’ αποπλεύσωσι, κι’ εδεξιούντο ένα συνάδελφόν των, εκείνην την εσπέραν φθάσαντα αισίως με την σκούναν του, τον καπετάν Γιάννην τον Ιμβριώτην· έκαμαν όλοι με την σειράν τα μουσαφιρλίκια, είτα ο καπετάν Γιάννης ηθέλησε και αυτός να τους κάμει τα σαλαμετλίκια. Είτα είς έκαστος των φίλων επροθυμήθη να κάμη κι’ εκ δευτέρου τα μουσαφιρλίκια, και πάλιν ο καπετάν Ιμβριώτης εξανάκαμε τα σαλαμετλίκια. Έως εδώ ευρίσκοντο και ωμίλουν ζωηρώς περί πραγμάτων του επαγγέλματός των, περί ναύλων, κεσατίων, περί σταλίας, περί φορτώσεων κι’ εκφορτώσεων, περί ναυαγίων και αβαριών. Ο καπετάν Γιάννης διηγείτο διά μακρών τα του τελευταίου ταξιδίου του, και είπεν ότι, ακουσίως του, ένεκα δυστροπίας τών τουρκικών αρχών, ηναγκάσθη να διατρίψει επί ημέρας εν Βόλω, όπου είχε προσεγγίσει προς μερικήν εκφόρτωσιν.
    - Α! δεν σας είπα και ένα γιουλτζή που πήρα απ’ το Βόλο, είπε.
    - Επήρες κανέναν επιβάτη απ’ το Βόλο; ηρώτησεν εις των φίλων του.
    - Δεν ηθέλησε να ξεμπαρκάρη, έμεινε μες στη σκούνα. Του είπα να τον πάρω μ’σαφίρη στο σπίτι, και δε θέλησε.
    - Και για πού πάει;
    - Έως εδώ, κατά το παρόν. Τον ηρώτησα, δεν ηθέλησε να μου πει.
    - Και τι δουλειά έχει εδώ;
    - Τι άνθρωπος είναι;
    - Πώς σου φάνηκε; διεσταυρούντο αι ερωτήσεις των πλοιάρχων.
    - Είναι άνθρωπος που έχει ξουραφισμένο το μουστάκι και τα γένεια, κι έχει αφημένες μόνον τρίχες αποκάτ’ απ’ το σιαγόνι και στο λαιμό. Μου φάνηκε σαν Εγγλέζος, σαν Αμερικάνος, μα όχι πάλι σωστός Εγγλέζος ούτε σωστός Αμερικάνος· τα ολίγα λόγια που μου είπε ρωμέικα, τα είπε μ’ έναν τρόπο δύσκολο και συλλογισμένο, όχι και πολύ ξενικό, σαν να ήξερε μια φορά ρωμέικα και τα ξέχασε. Τις πλειότερες φορές συνενοηθήκαμε με κάτι λίγα ιταλικά που ξέρω κι εγώ.
    - Σου είπε τ’ όνομά του;
    - Στα χαρτιά τον επέρασα ως Τζων Στόθισον, με αμερικάνικο πασαπόρτι.
    Την στιγμήν εκείνην ο καπετάν Γιάννης, όστις εκάθητο ερείδων τα νώτα επί του τοίχου, προς την θύραν βλέπων, ακουσίως ανέκραξεν:
    - Α! να τος!
    Όλοι εστράφησαν προς την θύραν.
    Είχεν εισέλθει άνθρωπος υψηλός, καλοφορεμένος, ως σαρανταπέντε ετών, ωραίος, ανοικτοπρόσωπος, εξυρισμένος μύστακα και γένειον, πλην ολίγων τριχών υπό τον πώγωνα και προς τον λαιμόν, με παχείαν χρυσήν καδέναν επί του στήθους, αφ’ ης εκρέμαντο μικρόν εγκόλπιον καί τινες βώλοι χρυσού. Ποίας φυλής, ποίου κλίματος ήτο, δυσκόλως ηδύνατο να εικάσει τις. Εφαίνετο αποκτήσας οιονεί επίχρισμα επί του προσώπου, ως προσωπίδα τινά άλλου κλίματος, ευζωίας και πολιτισμού, υφ’ ην ελάνθανε κρυπτομένη η αληθής καταγωγή του. Εβάδιζε με βήμα αβέβαιον, ρίπτων βλέμμα έτι αβεβαιότερον προς τα περί αυτόν πρόσωπα και πράγματα, ως να προσεπάθει να κατατοπισθή όπου ήτο.
    Ενώ προ της δύσεως του ηλίου ηρνήθη, ως διηγείτο ο πλοίαρχος Ιμβριώτης, ν’ αποβιβασθή εις την πολίχνην, άμα ενύκτωσε παρεκάλεσε τον επί του πλοίου μείναντα ναύτην, όστις, επειδή δεν ήτο εντόπιος, δεν είχε πού να υπάγει, κι έμεινε φύλαξ της σκούνας, να τον αποβιβάση εις την ξηράν. Ο ναύτης υπήκουσεν. Ο ξένος άφησε την αποσκευήν του, συγκειμένην από τρεις υπερμεγέθεις κασσέλας, εις τον θάλαμον της πρώρας, κι’ εξήλθεν. Άμα αποβιβασθείς, ευρέθη εις την παραθαλάσσιον αγοράν, κι εκοίταξε δεξιά-αριστερά, ως να μη εγνώριζε πού ευρίσκετο. Έξω εις το ύπαιθρον άνθρωποι δεν ήσαν, διότι ήτο ψύχος δριμύ· τα βουνά χιονισμένα ολόγυρα. Ήτο τη 24 Δεκεμβρίου 187… Εκοίταξεν εντός εις δύο ή τρία καπηλεία και καφενεία, είτα εις δύο εμπορικο-παντοπωλεία διφυή, οία τα των χωρίων. Αλλά δεν εφάνη ευχαριστημένος, ως μη αναγνωρίσας αυτά, κι’ εξηκολούθησε τον δρόμον του. Ανέβη εις την μικράν πλατείαν, έμπροσθεν του ναού των Τριών Ιεραρχών. Εκεί εφάνη ότι ανεγνώρισε το μέρος. Και δεν έκαμε τον σταυρόν του, άμα είδε την εκκλησίαν, αλλ’ εις το σκότος έβγαλε το καπέλον του, και πάλιν το εφόρεσεν, ως να συνήντησε παλαιόν φίλον και τον εχαιρέτα. Είτα προσέβλεψεν αριστερά, είδε το μικρόν οινοπαντοπωλείον του Μπέρδε, κι’ επλησίασεν. Εστάθη επ’ ολίγας στιγμάς κι εκοίταξεν εντός. Τέλος εισήλθεν. Είναι αληθές ότι δεν είχεν ιδεί τον πλοίαρχον Ιμβριώτην, όστις, καίτοι προς την θύραν βλέπων, εσκιάζετο εν μέρει απ’ αυτούς τους συναδέλφους του, μεθ’ ων συνέπινε, τους στρέφοντας τα νώτα προς την θύραν, κι επεπροσθείτο από άλλον τινά όμιλον ορθών ισταμένων και πινόντων παρά το λογιστήριον, έμπροσθεν του οποίου ίσταντο αι φιάλαι με τα ποτά. Εάν τον είχεν ιδεί, ίσως δεν θα εισήρχετο.
    - Να ο Αμερικάνος, επανέλαβεν ο πλοίαρχος Ιμβριώτης δείξας τον εισελθόντα προς τους συναδέλφους του.
    Οι τέσσαρες εμποροπλοίαρχοι έστρεψαν τους οφθαλμούς προς τον νεωστί ελθόντα και τον εκοίταξαν απλήστως.
    - Μπόνο πράτιγο, σινιόρε, έκραξεν ο Ιμβριώτης· απεφάσισες, βλέπω, κι’ εβγήκες.
    Ο ξένος έκαμε σημείον χαιρετισμού με την χείρα.
    - Πλήιζ κάπτην(ορίστε καπετάνιε), είπεν εις των εμποροπλοιάρχων, ο καπετάν Θύμιος ο Κουρασάνος, ιδιοκτήτης μεγάλου βρικίου, όστις είχε κάμει δύο ταξίδια εις τον ωκεανόν, μέχρι Λονδίνου, και είχε μάθει οκτώ ή δέκα αγγλικάς φράσεις.
    - Θεγκ-ιού σερ (ευχαριστώ, κύριε), απήντησεν ευγενώς ο ξένος.
    Και έρριψε μίαν δεκάραν εις το λογιστήριον, ειπών εις τον παίδα μόνον την λέξιν ταύτην: «ρουμ!» Λαβών δε εις την χείρα το ποτήριόν του, δια να μη δείξη ότι απέφευγε συστηματικώς τους ανθρώπους, επλησίασε προς τον όμιλον, και είπεν ελληνιστί, μετά τινος παχυστομίας και δυσκολίας περί την προφοράν.
    - Ευχαριστώ, κύριοι· δεν είμαι να καθίσω να κάμω τωκ, και δύσκολο σ’ εμένα να κάμω τωκ ρωμέικα.
    - Τι λέει; είπε συνοφρυωθείς ο καπετάν Θύμιος ο Κουρασάνος· δε θέλει να κάμει τόκα μαζί μας;
    Ο ξένος ήκουσε, κι’ έσπευσε να επανορθώσει την παρανόησιν.
    - Με συμπάθειο, κύριε· είπα, να κάμω τωκ, να κάμω κονβερσατσιόνε, πώς το λένε;
    - Θέλει να πει, δυσκολεύεται να κάμει κουβέντα στη γλώσσα μας, είπεν εννοήσας ο καπετάν Ιμβριώτης.
    - Α! ναι, κουβέντα, είπεν ο ξένος· ξέχασα τα λόγια ρωμέικα.
    - Αντ χουέρ γιου κομ; είπεν ο Κουρασάνος, σολοικίζων αγγλιστί το: πόθεν έρχεσαι;
    -Στην ώρα εδώ ήρθα, απήντησεν ο Αμερικάνος· ύστερα δεν ξέρω, κι άλλα ταξίδια θα κάμω.
    Ο καπετάν Κουρασάνος τον εκοίταξε μηδέν εννοών.
    - Δεν κάθεσαι, σινιόρε; είπεν ο Ιμβριώτης· πού θα βρης καλύτερα;
    - Δεν κάθομαι, πάω να κάμω γουώκ, να φέρω γύρο, πώς το λέτε;
    - Να κάμεις σπάτσιο;
    - Α, ναι, σπάτσιο, είπεν ο ξένος· ναι, βλέπω, σαν δεν ειπεί ένας λόγια ιταλικά, δεν καταλαβαίνει άλλος ρωμέικα.
    Έκαμε νεύμα αποχαιρετισμού, κι εστράφη προς την θύραν. Οι πέντε πλοίαρχοι έμειναν πλέοντες, μετά την συνδιάλεξιν ταύτην, εις μεγαλύτερον πέλαγος αγνοίας, ή εις όσον πριν είχον αναχθεί εκ των εξηγήσεων του συναδέλφου των Ιμβριώτη.
    Εξελθών του καπηλείου ο ξένος, διηυθύνθη προς την Κολώναν, την ισταμένην απέναντι των Τριών Ιεραρχών, εξ ης έδενον το πάλαι τα πρυμνήσια των παραχειμαζόντων εις τον λιμένα πλοίων. Έστρεφε το βλέμμα δεξιά και αριστερά, και τέλος το προσήλωσεν επιμόνως είς τινα μικράν οικίαν, την οποίαν εκοίταξεν επί μακρόν, ως να προσεπάθει ν’ αναμνησθή και ν’ αναγνωρίση τι. Τέλος εισήλθεν εις στενόν δρομίσκον διασχίζοντα την συνοικίαν, κι’ έγινεν άφαντος.
    Εάν εν τούτοις τον παρηκολούθει τις, θα έβλεπεν ότι, αφού προέβη ολίγα βήματα, εστράφη υψηλότερα και ανήλθε, τέσσαρας οικίας ανωτέρω του μικρού οίκου, τον οποίον επιμόνως εκοίταζε πριν, όπου μεταξύ δύο οικιών εσχηματίζετο κενόν τι, εν μέρει θαπτόμενον από λείψανα δύο τοίχων.
    Εφαίνετο ότι ήτο χάλασμα, ερείπιον οικίας ου προ πολλού κατεδαφισθείσης. Ο ξένος, αφού εκοίταξε τριγύρω, να ίδει μήπως τον παρετήρει τις, εισήλθε δειλός εις το χάλασμα εκείνο, όπου εις την γωνίαν των δύο τοίχων εφαίνετο κόγχη τις μαυρισμένη, ως να υπήρχεν εστία εκεί το πάλαι. Εισήλθεν ασκεπής, κρατών τον πίλον εις τας χείρας, εγονάτισε, κι εστήριξε το μέτωπον επί των ψυχρών λίθων της γωνίας εκείνης, και αφού έμεινεν επί τρία λεπτά γονυκλινής, ηγέρθη, εσπόγγισε τους οφθαλμούς του, και απεμακρύνθη βραδέως.
    Επανελθών πάλιν χαμηλότερον, εστάθη εις το μέσον του δρομίσκου, ου μακράν της οικίας, την οποίαν πριν εφαίνετο ότι εκοίταζεν. Εστάθη, και αφού έρριψε βλέμμα ολόγυρα, ίνα ίδει μή τις τον παρηκολούθει, έτεινε το ούς. Τι ήκουεν άρα γε; Ίσως ήκουε τα διασταυρούμενα και φεύγοντα κατά διαφόρους διευθύνσεις, ως λάλημα χειμερινών στρουθίων, άσματα των παίδων της γειτονιάς, οίτινες επισκεπτόμενοι τας οικίας, έψαλλον τα Χριστούγεννα. Εδώ μεν ηκούοντο οι στίχοι:
    Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου,
    εβγάτ’, ακούστε, μάθετε, τώρα Χριστός γεννιέται.
εκεί δε αντήχει:
    Κυρά μ’, τη θυγατέρα σου, κυρά μ’, την ακριβή σου.
και αλλαχού:
    Ν’ ασπρίσης σαν τον Έλυμπο, σαν τ’ άσπρο περιστέρι.
φωναί αθώαι, άχροοι, χαρωπαί, φωναί παιδικής χαράς και ευθυμίας.
   Αίφνης ο ξένος ηναγκάσθη να παραμερίση, διότι ζεύγος παιδίων, ων το έν εκράτει και φανάριον, αρτίως καταβάντα από μίαν κλίμακα, ήρχοντο προς τα εδώ. Επέστρεψε βήματά τινα οπίσω, προς το μέρος οπόθεν είχεν έλθει. Τα παιδία ήλθαν πλησίον, και ουδέ τον παρετήρησαν καν. Ανέβησαν την κλίμακα εκείνης ακριβώς της οικίας, την οποίαν είχε κοιτάξει διά μακρών ο ξένος, Τούτο ιδών έκαμε κίνημα, κι εστράφη οπίσω πάλιν, μετά ζωηρού ενδιαφέροντος. Εστάθη κι έτεινε το ούς.
    Τα παιδία έκρουσαν την θύραν.
    - Να ’ρθούμε να τραγουδήσουμε, θειά;
    Μετά μίαν στιγμήν ηκούσθη ένδοθεν βήμα, ηνοίχθη η θύρα, και γραία τις με μαύρην μανδήλαν προκύψασα, είπε με θλιβεράν φωνήν:
    - Όχι, παιδάκια μ’, τι να τραγ’δήστε από μας; Έχουμε μεις κανένα; Καλή χρονίτσα να’ χετε, κι σύρτε αλλού να τραγ΄δήστε.
    Τους έβαλε μίαν πενταρίτσαν εις την χείρα, και τα παιδία έφυγαν ευχαριστημένα, διότι, χωρίς άλλον κόπον, ειμή την ανάβασιν και κατάβασιν της κλίμακος, εκέρδισαν μίαν πεντάραν.
    Ο ξένος, αόρατος από τινος γωνίας, είδε την ερρυτιδωμένην εκείνην μορφήν, και ήκουσε την πικραμένην φωνήν εκείνην. Περίεργον δε ότι αφήκε στεναγμόν ανακουφίσεως, εφάνη ως να εχάρη.
    Του ήλθε τότε μία ιδέα, την οποίαν, χωρίς να συλλογισθή πολύ, έβαλεν εις ενέργειαν. Αφού εκλείσθη η θύρα και η γραία έγινεν άφαντος, τα παιδία κατέβησαν την κλίμακα ανταλλάσσοντα λέξεις τινάς.
    - Τώρα έχουμε, βρε Γληόρ’, μια κι εξηνταπέντε.
    - Κι από πόσα κάνει να πάρουμε; είπεν ο άλλος, όστις ήτο κάσσα. Από ογδόντα λεπτά.
    -  Δε θε-μοιραστούμε κι τ’ν πεντάρα αυτ’νής τς γριάς;
    - Ναι, θε-τ’νε-μοιραστούμε, βρε Θανάσ’· ογδόντα ου ένας κι ογδόντα ου άλλους.
    - Τ’νε-παίρνουμε, βρε Γληόρ’, καρύδια, κι τα μοιραζόμαστε.
    - Κι σα μας δώσ’νε πέντε καρύδια, από πόσα θε-πάρουμε;
    Αίφνης ο ξένος επαρουσιάσθη ενώπιον των παιδίων, προτείνων την χείρα και δεικνύων αυτοίς εν τάλληρον.
    Τα παιδία, τα οποία δεν είχαν ιδεί άλλοτε άνθρωπον ξυραφισμένον γένεια-μουστάκια, εξαφνίσθησαν, και το εν, το κρατούν τον φανόν, αφήκε μικράν κραυγήν, ενώ το άλλο, του οποίου η τσέπη εβρόντα, ετρέπετο εις φυγήν. Τότε ο Θανάσης, υποπτεύσας ότι, αν έφευγεν ο Γληόρης, ίσως την επαύριον θα εκρύπτετο και δεν θα του έδιδε λογαριασμόν, αφήκε το φανάρι κατά γης, και ήτο έτοιμος να τρέξει, να κυνηγήσει τον φεύγοντα. Μεθ’ ετοιμότητος τότε ο Αμερικάνος επρόφτασε να δείξει εις το φως του φαναρίου το τάλληρον, το οποίον είχεν εις την χείρα, και να είπει:
    - Στάσου· πάρε αυτό ντόλλαρ.
    Διχαζόμενον μεταξύ δύο φόβων και δύο επιθυμιών, το παιδίον εστάθη απορούν τι να κάμει, και τα μεν γόνατά του έτρεμαν, η δε όψις του εφαίνετο κάπως φοβισμένη.
    - Δυό λόγια να μου ειπείς θέλω, είπεν  ξένος· αυτό σπίτι, επήγατε απάνου, ποιος ζει;
    Το παιδίον δεν ενόησε καλώς.
    - Τι λες, μπάρμπα; είπεν αρχίσαν να λαμβάνη θάρρος.
    Ο ξένος έβαλεν εις την χείρα του το τάλληρον, κι’ επροσπάθησε να εξηγηθεί ευκρινέστερα.
    - Επήγατε τώρα απάνω σπίτι· η γριά στην πόρτα ήρθε, ποιος άλλος μαζί της ζη αυτό σπίτι;
    Ο παις εδυσκολεύετο να εννοήση. Εν τούτοις, αφού έλαβε το τάλληρον, πας φόβος έπαυσε παρ’ αυτώ.
    - Εδώ απάνου, είπεν, είναι η θεια-Κυρατσού· μας έδωκε κι μια πεντάρα. Είναι κι άλλη μια, δε ξέρου τι τ’ν έχει.
    - Θυγατέρα της απάνου μαζί της είναι;
    - Θυγατέρα της πρέπει να ’ναι, ναι.
    - Είναι παντρεμένη θυγατέρα της;
    - Δε ξέρου αν είναι παντρεμένη· μα δε φαίνεται να ’χη άνδρα.
    - Και πόσα χρόνια είναι θυγατέρα της;
    - Δε ξέρου πόσα χρόνια είναι· μα πρέπει να ’ναι καθώς γεννήθηκε ως τώρα.
    Και ο παις, αναλαβών τον φανόν του, έφυγε τρέχων, σφίγγων εις την παλάμην του το τάλληρον, μη εμπιστευόμενος να το βάλει εις την τσέπην· έτρεχε δε να εύρη τον Γληόρην, να του ζητήση το μερίδιόν του. Ο ξένος δεν εδοκίμασε να τον εμποδίση.
    Μετά ταύτα ο Αμερικάνος απεμακρύνθη, κατήλθε την παραθαλασσίαν αγοράν, όπου δύο ή τρία καφενεία είχαν φως, εκοίταξεν εις ποίον τούτων ήσαν ολιγώτεροι θαμώνες, και εισήλθεν εις εν, όπου ένα μόνον άνθρωπον είδε, τον καφετζήν. Ο γέρων, αρτίως ξυραφισθείς, με τον μύστακα στριμμένον, με την βράκαν κοντήν, με υψηλά υποδήματα, με την ποδιάν καθάριον, ητοιμάζετο, φαίνεται, να κλείση, αλλ’ άμα είδεν εισελθόντα τον Αμερικάνον, τον εκοίταξε μετά περιεργείας. Ούτος παρήγγειλε να του δώσει ρούμι, ρίψας δεκάραν επί του λογιστηρίου. Ιδών ο μπάρμπ’- Αναγνώστης την δεκάραν, ηθέλησε να του επιστρέψη την πεντάραν, αλλ’ ο άνθρωπος είπε: «Νόου! νόου!», και τότε ο καφετζής του έβαλε κι άλλο ρούμι, διά να κλείσει την πεντάραν, ως ενόμιζεν· αλλ’ ο ξένος έρριψεν επί της τραπέζης και άλλην δεκάραν. «Δε θα ξέρη ρωμέικα, ως φαίνεται», εσυλλογίσθη ο μπάρμπ’- Αναγνώστης, και διά να δοκιμάσει του απέτεινεν τον λόγον:
    - Τώρα, νεοφερμένος είστε;
    - Εγώ σήμερα έφθασα, με καπετάν Γιάννη γολέτα.
    - Του καπετάν Γιάννη του Ιμβριώτη;
    - Ναι, ημπορείς ελόγου σου να κάμης ποντς;
    - Μετά χαράς, είπεν ο μπάρμπ’ Αναγνώστης.
    Και προσπαθήσας ν’ ανακαλέσει εις την μνήμην τας αρχαίας γνώσεις του, εδοκίμασε να κατασκευάσει πόντσι, αλλά το ρούμι δεν ήναπτε, και ούτω το προσέφερεν όπως-όπως εις τον ξένον. Ούτος δεν έκαμε παρατήρησιν, κι έρριψεν αργυρούν σελλίνι επί της τραπέζης.
    Ο μπάρμπ’- Αναγνώστης το έλαβε.
    - Πόσο πάει αυτό;
    - Δεν ξέρω εγώ μονέδα του τόπου, είπεν ο άγνωστος.
    Ο γέρων ήνοιξε το συρτάρι του, κι εζήτει αν θα είχεν αρκετά κέρματα διά να δώσει τα ρέστα, αλλά δεν έβρισκε πλείονα των ογδοήκοντα λεπτών εις δεκάρες, πεντάρες και δίλεπτα. Εν τούτοις δεν του εσυγχώρει η συνείδησις να δολιευθή τον πελάτην, και είπε:
    - Σφάντζικο δεν σας βρίσκεται, κύριε;
    - Δεν έχω εγώ μονέδα άλλη από Αγγλία και Αμέρικα, είπεν ο ξένος.
    - Δεν βγαίνουν τα ρέστα, κύριε. Πάρτε το ασημένιο σας. Αυτό θα πάει, πιστεύω, ως μια και τριανταπέντε, μια και σαράντα. Αύριον μου δίνετε είκοσι λεπτά.
    - Κράτησε το σίλλιν, δε θέλω ρέστα.
    Ο μπάρμπ’- Αναγνώστης έμεινε χάσκων, θεωρών απλήστως τον ξένον. Αλλά την στιγμήν εκείνην εισήλθεν όμιλος εκ τριών ανθρώπων, και σταθέντες έμπροσθεν του λογιστηρίου, διέταξαν να τους δώση από ένα ποτόν. Ο εις των τριών τούτων ανθρώπων, οινόφλυξ, ετραγουδούσεν ατάκτως:
   Ντελμπεντέρισσα Βασίλω,
   στρώσ’ το μπράτσο σου να γείρω…

    Ο δεύτερος, γυμνός το στήθος και ανυπόδητος, με τοιούτον ψύχος, ήρχισε να κοιτάζει επιμόνως τον ξένον.
    - Κάπου τον είδα εγώ αυτόν, εμορμύρισε μασημένα.
    Ούτοι ήσαν οι αχθοφόροι της πόλεως, οι ίδιοι και διαλαληταί, τριμελής φαιδρά συντεχνία, περνώντες τον καιρόν των να πίνωσι το βράδυ παν ό,τι εκέρδιζαν την ημέραν. Ο τραγουδιστής, αλλάξας αίφνης ρυθμόν και ήχον, επανέλαβεν:
              Έβγα να ιδής, έβγα να ιδής,
              σκύλα, κορμί που τυραγνείς.

    - Εβίβα, παιδιά! και συνέκρουσαν θορυβωδώς τα ποτήρια. Και ο άλλος, ο γυμνόστερνος και γυμνόπους, δεν έπαυε να κοιτάζει επιμόνως τον άγνωστον. Και ο πρώτος εξηκολούθησε να τραγουδή:
              Βασίλω μ’, τα κουμπούρια σου
              με τι τα ’χεις γεμάτα;
              βαριά, π’ ανάθεμά τα! 
    Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη βαρύ βήμα ένδοθεν της αγούσης άνω εις την οικίαν ξυλίνης κλίμακος, ήτις φρακτή με σανίδωμα έκοπτε μίαν των γωνιών του καφενείου. Και εις τα άνω του σανιδώματος υπό το πάτωμα ηνοίχθη θυρίς, και μία κεφαλή με άσπρον σκούφον, με λευκόν μύστακα και με χονδρούς χαρακτήρας επρόβαλεν εκ της θυρίδος.
    - Μα πόσες φορές σ’ το είπα, Αναγνώστη, εξήλθε διά της θυρίδος εκ της κεφαλής της επιφανείσης χονδρή φωνή συμπληρούσα τους χονδρούς χαρακτήρας· δε θα βάλης γνώση; Χαλνάς την ησυχίαν των νοικοκυραίων! Τι μέρα ξημερώνει αύριο, κι έχουμε τραγούδια και φωνές πάλι; Και ώρα είναι τώρα;
    Ήτο δε ογδόη και ημίσεια. Ο τραγουδιστής της αχθοφορικής τριανδρίας, λαβών τον λόγον, μετά κωμικής σοβαρότητος, είπε:
    - Τώρα θα φύγουμε, καπετάν Αναστάση. Δεν το καταδεχόμαστε μεις να σας χαλάσουμε την ησυχία σας.
    - Σώπα εσύ, ζω! έκραξεν ο Αναστάσης.
    - Τώρα αμέσως, καπετάν Αναστάση, θα κλείσω. Δεν μπορώ, βλέπεις, να διώξω τους ανθρώπους, εφώνησεν ο καφετζής.
    - Τέτοια τίμια μούτρα! ανεκάγχασεν από της θυρίδος ο καπετάν Αναστάσης. Χρειάζονται μεγάλες τσεριμόνιες μαζί τους.
    - Α! εμείς δεν σας προσβάλαμε, καπετάν Αναστάση· η αφεντιά σου, βλέπω, μας προσβάλλεις, είπεν ο αχθοφόρος.
    Και ταπεινή τη φωνή εμορμύρισε:
    - Το νοίκι το θέλεις σωστό, και ξέρεις να το γυρεύεις και μπροστά· μα σα δε βγάλει κι αυτός ο φτωχός μια πεντάρα, πώς θα σ’ το πληρώσει;
    - Σιωπάτε, τώρα έχει δίκιο, γιατί ξημερώνει Χριστούγεννα, είπεν ο ευσυνείδητος καφετζής· άλλες φορές φαίνεται σκληρός, ο βλοημένος.
    Η κεφαλή με τον άσπρον σκούφον εν τω μεταξύ είχε γίνει άφαντος από την θυρίδα, ο δε μπάρμπ’ Αναγνώστης ητοιμάσθη να κλείσει. Οι τρεις αχθοφόροι εξήλθον κρατούμενοι εκ των χειρών και άδοντες. Ο ξένος έκαμε νεύμα αποχαιρετισμού διά της κεφαλής και είχεν εξέλθει προ αυτών, αλλ’ ο καφετζής τον ανεκάλεσε και του είπε:
    - Και πού θα κοιμηθείτε απόψε; έχετε μέρος να μείνετε; Πού είστε, κύριε; εγώ εδώ θα πλαγιάσω. Αν θα πάτε μες στη σκούνα, καλά, ειδεμή, αν αγαπάτε, μείνατε εδώ, έχει ζέστη.
    - Δεν έχω ύπνο, είπεν ο ξένος· εγώ θα φέρω γύρο, και ύστερα, βλέπουμε.
    - Όποτε αγαπάτε, χτυπήστε μου την πόρτα, να σηκωθώ να σας ανοίξω. Έχω και ρούχα να σας δώσω.
    Την φοράν ταύτην ο Αμερικάνος, διευθυνθείς εις την συνοικίαν εκείνην δι’ άλλου μικροτέρου δρομίσκου, έβλεπε την οικίαν εκείνην, ήτις ήτο το αντικείμενον της μερίμνης του, εκ της ετέρας πλευράς, της νοτιοδυτικής. Αντικρύ του μικρού οικίσκου, παρά τινα γωνίαν γειτονικής οικίας, υπήρχε σωρός τις ξύλων και πετρών, αποκείμενος εκεί τις οίδε προ πόσων χρόνων ως εκ κατεδαφισθείσης οικίας ή ερειπίου καταρρεύσαντος. Επί της προς τα εκεί προσόψεως του οικίσκου έφεγγε μικρόν παράθυρον, με το έν φύλλον κλειστόν, με το άλλο ανοικτόν, και διά της υέλου ηδύνατό τις να ίδει το εσωτερικόν, ανερχόμενος επί τινος υψώματος. Ιδών ο ξένος ότι ο δρόμος ήτο έρημος, και ουδέ σκιά διαβάτου εφαίνετο, ανέβη εις το ύψος του σωρού εκείνου, και με παλμόν καρδίας κατεσκόπευσε τα έσω του οικίσκου. Αντικρύ της υέλου του μικρού παραθύρου, του έχοντος το εν παραθυρόφυλλον ανοικτόν, ήτο η εστία, με ασθενές πυρ καίον, με ένα δαυλόν σπινθηρίζοντα, με το κανδήλι ανημμένον προ των ιερών εικόνων εκεί υψηλά. Παρά την εστίαν εκάθητο γυνή τις, νέα ακόμη, ως εφαίνετο, στηρίζουσα την κεφαλήν της επί της χειρός, συλλογισμένη, θλιμμένη. Εκίνει δε τα χείλη, και η φωνή της εψιθύριζε κάτι, και ο ψίθυρος απετέλει ελαφρόν μινύρισμα άσματος με ασθενή φωνήν, καθαράν μεν και παρθενικήν, αλλά μαραμμένην· και εις τα ώτα του ξένου έφθασαν ευκρινώς οι δύο ούτοι στίχοι:
Αλλοίμονον κι αλλοί-καημός!
του γεμιτζή ξενιτεμός…
    Ο ξένος ησθάνθη πόνον εις την καρδίαν και δάκρυ εις το βλέφαρον. Του ήρθε τότε αποτόμως να καταβή από τον σωρόν, να τρέξη και ανέλθει εις την οικίαν· διά να κάμη τι; Κι αυτός καλά δεν εγνώριζεν. Εν τοσούτω εκρατήθη. Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη ελαφρός κρότος εις το πάτωμα, τριγμός, ως ν’ ανέβαινέ τις εσωτερικήν κλίμακα, ως να εκλείετο κλαβανή τις. Δευτέρα γυνή, κυρτή, με μαύρην μανδήλαν, γερόντισσα, ήλθε πλησίον της εστίας, και γονατίσασα προ αυτής, έρριπτε ξυλάρια εις το πυρ. Ήτο αυτή εκείνη, ήτις είχε δώσει την πεντάραν εις τα δύο παιδία και τα απέπεμψεν.
    - Δε μαζώνεις το νου σ’, θα πω, δυχατέρα; Ούλο θα κλαις, πλιο;… Τα! τι λογάτε;… Σα σ’ ακούω, δυχατέρα!…ξεχωρίσαμε απ’ τον κόσμο, πλιο… Τι, μοναχή σ’ είσι;… Όντις σ’ εγυρεύανε, τότες που ήτανε σ’νέχ’, που πήε σ’ν Αμέρικα ου προκομμένους, γιατί δε θέλησες κανένανε; Δε σ’ τα ’λεγα εγώ; Γιατί δεν ακούς τ’ μάννα; Σ’ τα ’λεγα, ένα κιριμέ. Τώρα, σα μεγάλωσες, ποιος φταίει; Κι μοναχή σ’ τάχα είσι; Είν’ άλλες μεγαλύτερις. Του Μυγδαλιώ τς Μάχους, κι του Κρουσταλλιώ τς Γιώργινας, τι σ’νέριο τς έχεις εσύ;
    Ο ξένος ήτο όλος ώτα, κι εφαίνετο παραδόξως εννοών τι έλεγεν η γραία, μάλλον εξ επιπνοίας και συνειδήσεως, ή από τα ολίγα ελληνικά όσα εφαίνετο να ηξεύρη.
    Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα και ομιλίαι εις το άκρον της οδού. Δύο άνθρωποι ήρχοντο προς τα εδώ. Ο ωτακουστής έσπευσε να καταβή από την σκοπιάν του και ν’ απομακρυνθή. Έφθασεν εις το πέρας του δρομίσκου, και στραφείς δεξιά, ευρέθη πάλιν εις την μικράν πλατείαν προ του ναού των Τριών Ιεραρχών.
    Το μικρόν καπηλείον, εξ ου ήρχισεν η παρούσα διήγησις, ήτο ανοικτόν ακόμη. Ο Δημήτρης ο Μπέρδες δεν περιεφρόνει και τα μικρά κέρδη, δεν απηξίου καμμίαν πεντάραν ουδέ δίλεπτον. Ωνόμαζε τα τοιαύτα «μικρά δολώματα». Τα άλλα, τα αφ’ εσπέρας, τα ωνόμαζε «παραγαδίσια». Ό,τι βγάλει κανείς , έλεγεν, ή με συρτή, ή με πεζόβολο, καλό είναι. Επεριποιείτο τον κλήτορα και τους χωροφύλακας, εκέρνα νερωμένο κρασί εις την περίπολον ή πολιτοφυλακήν της νυκτός, και του επέτρεπαν να έχη ανοικτά και ως τας ένδεκα, ευρίσκοντες μάλιστα μεγαλυτέραν ζέστην να κάθηνται εκεί, παρά να περιέρχωνται την πολίχνην και να κρυώνωσι.
    Την ώραν εκείνην ο κάπηλος ίστατο εις το λογιστήριόν του, κι εμέτρει δεκάρας, εικοσιπενταράκια του Όθωνος και σφάντζικα. Το παιδί ο Χρήστος, με την ποδιάν σχεδόν υπό τας μασχάλας περιδεδεμένην, εκοιμάτο όρθιον, νευστάζον την κεφαλήν, ως μικρά δίκωπος φελούκα, σαλευομένη υπο ελαφρού νότου εις την πλευράν της ηγκυροβολημένης βρατσέρας. Ενίοτε τον εξύπνα αποτόμως η κρούσις του ποδός του καπήλου, επαναλαμβάνοντος ηχηροτέρα τη φωνή τας διαταγάς των θαμώνων διά κεράσματα. Και τότε, ως εν υπνοβασία, εκινείτο, εκέρνα, ελάμβανε τας δεκάρας, τας έρριπτε μηχανικώς εις το λογιστήριον, κι επιστρέφων εξηκολούθει την συνέχειαν του ύπνου.
    Εν ορχηστρικώ θορύβω, εν φωναίς και αλαλαγμώ, εισήλασεν εις το καπηλείον η εύθυμος συντεχνία των τριών αχθοφόρων της πόλεως, μετά την εκ του καφενείου του μπάρμπ’- Αναγνώστη αποπομπήν της. Ο εις των τριών, ο Στογιάννης ο Ντόμπρος, σερβομακεδών την καταγωγήν, υπεκρίνετο την αρκούδαν, κι εχόρευεν, ο δεύτερος εκείνος όστις πριν έλεγε τα τραγούδια, ο Παύλος ο Χαλκιάς, είχε μουντζουρωθεί κι έκαμνε τον αρκουδιάρην. Απόκρεως, ναι μεν, δεν ήτο ακόμη, αλλ’ αφού αύριον εξημέρωναν Χριστούγεννα, μετά τα Χριστούγεννα «Άις Βασίλης έρχεται», μετά τον Άι Βασίλη Φώτα, και μετά τα Φώτα εμβαίνει το Τριώδι. Ο τρίτος, ο και πρόεδρος της συντεχνίας, ο Βαγγέλης ο Παχούμης, λασιόστηθος, γυμνόπους, με το παντελόνι συνήθως ανασηκωμένον μικρόν κάτω του γόνατος ίσως εκ της μακράς έξεως του να θαλασσώνει προς εκφόρτωσιν των πλοιαρίων, δεν έπαυε του να συλλογίζεται τον Αμερικάνον. «Μες στο νου μ’ γυρίζει», έλεγε.
    Αλλ’ ιδού εισήλθε μετ’ ολίγον κι εκείνος όστις ήτο το αντικείμενον του διαλογισμού του. Διηυθύνθη εις το λογιστήριον, διέταξε ρούμι, κι έρριψεν αργυρούν σελλίνιον επί του κασσιτέρου τού λογιστηρίου. Ο Μπέρδες το έλαβε.
    - Πόσα πάει αυτό;
    Ο Αμερικάνος έκαμε χειρονομίαν αδιαφορίας και είπε:
    - Δεν γνωρίζω του τόπου μονέδα εγώ.
    - Αυτό δεν είναι σύμφωνο με την μονέδα μας και δεν περνάει, είπεν ο κάπηλος· αν θέλετε να σας το πάρω για δραχμή.
    - Άι ντον΄τ κέαρ, εμορμύρισεν ο Αμερικάνος. Και είτα ελληνιστί είπε:
    - Δε με μέλει εμένα αυτό.
    Ο Μπέρδες του επέστρεψεν ενενήντα πέντε λεπτά.
    Εν τούτοις ο Βαγγέλης ο Παχούμης δεν έπαυσε να κοιτάζει τον άγνωστον. Την στιγμήν εκείνην εστράφη προς τους εν τω καπηλείω και είπε μεγαλοφώνως:
    - Βρε παιδιά, θυμάστε, κανένας από σας, το Γιάννη τ’ μπαρμπα-Στάθη τ’ Μοθωνιού, που λείπει στην Αμέρικα εδώ κι είκοσι χρόνια;
    Ακούσας το όνομα τούτο ο ξένος ανεσκίρτησε κι εστράφη άκων προς τον λαλούντα. Εν τούτοις εκρατήθη, προσεπάθησε να δείξει αδιαφορίαν, κι ελθών εκάθισε παρά τινα γωνίαν του καπηλείου. Ήναψε πούρον κι εκάπνιζεν.
    Ουδείς απήντησεν εις την ερώτησιν του αχθοφόρου, ης η υποκεκρυμμένη έννοια ελάνθανε πάντας.
    Ο Βαγγέλης εξηκολούθησε:
    - Πού να θυμάστε σεις! Είσθε όλοι μικρότεροί μου, εξόν απ’ τον μπαρμπα-Τριαντάφυλλο, που δεν είναι ντόπιος, κι εγώ κοντεύω τώρα να σαραντίσω. Ήμουν ως δεκαοχτώ χρονών όταν εξενιτεύθηκε ο γυιος του Μοθωνιού, κι εκείνος τότε θα ήτον ως εικοσιπέντε. Μα μου φαίνεται, να τον έβλεπα τώρα-δα, θα τον εγνώριζα. Απέθαναν με τον καημό τού Γιάννη τους, κι ο καημένος ο μπαρμπα-Στάθης, κι’ η γυναίκα του, Θεός σχωρέσ’ τους! Και το σπιτάκι τους απόμεινε ρείπιο και χάλασμα με δυο μισούς τοίχους εδώ παραπάνου, στης εκκλησιάς το μαχαλά, και μ’ ένα μαύρο βαθούλωμα στη γωνιά που ήτον έναν καιρό η παραστιά τους. Και ο γυιος τους έρριξε πέτρα πίσω του. Μα ως πόσος κόσμος χάνεται, ως τόσο, και στην Αμέρικα! Ξέρετε που ήταν και αρραβωνιασμένος;
    - Και ποια είχε; ηρώτησε μετ’ αδιαφορίας ο κλήτωρ της δημαρχίας, αρχηγός της πολιτοφυλακής της νυκτός.
    Ο ξένος ήκουε μετά βαθυτάτης προσοχής, αλλ’ εφυλάττετο να στρέψει  βλέμμα προς τον λαλούντα.
    - Είχε το Μελαχρώ της θεια-Κυρατσώς της Μιχάλαινας. Και σαν έφυγε και απέρασαν δυο-τρία χρόνια, την εγύρεψαν πολλοί, γιατί το κορίτσι είχε χάρες κι εμορφιές, και τιμημένη ήτον, και μορφοδούλα, η μόνη κεντήστρα του χωριού μας, και προικιά είχε καλά. Μα το Μελαχρώ δε θέλησε κανέναν, όσο που απέρασαν τα χρόνια κι έγινε κι αυτή γεροντοκόριτσο. Και με το αχ και με το βαχ, αδυνάτισε τώρα κι εχλώμιανε, μα ως τόσο, όταν η γυναίκα έχει καλό σκαρί, δύσκολα γεράζει. Ακόμα το λέει, βρε παιδιά, θα είναι παραπάν’ από τριανταπέντε, και φαίνεται να είναι ως εικοσιπέντε· έτυχε μια μέρα να την ιδώ, που τους κουβάλησα ένα σακκί αλεύρι· όσο την κοιτάζεις, τόσο νοστιμίζει!
    - Έλα, άφ’σέ τα αυτά, Βαγγέλη, είπεν αυστηρώς ο κλήτωρ της δημαρχίας· δεν πάει στα μαγαζιά μέσα να λέμε για φαμίλιες και για κορίτσα.
    - Έχεις δίκιο, μπαρμπα-Τριαντάφυλλε, είπεν ο αχθοφόρος· μα δεν το είπα για κακό.
    Η όψις του Αμερικάνου εφαιδρύνθη, και ακτίς ευτυχίας, διαπεράσασα το επίχρισμα εκείνο και την οιονεί προσωπίδα, περί ης είπομεν εν αρχή, ηγλάισε το πρόσωπόν του.
    Ο μπαρμπα- Τριαντάφυλλος με τον χωροφύλακα και τους δύο πολίτας φρουρούς, με τα τουφέκια των, ηγέρθη και είπεν αποτεινόμενος προς τον κάπηλον:
    - Έλα κάμε γλήγορα, Δημήτρη, κάμετε φρόνιμα, αφήστε τους χορούς και τα τραγούδια, παιδιά, δεν είναι απόκριες. Τι μέρα ξημερώνει αύριο; Κλείσε γλήγορα, Δημήτρη, να κοιμηθούν ο κόσμος, θα σηκωθούν τις δυο απ’ τα μεσάνυχτα να παν στην εκκλησιά. Και ο κύριος έχει μέρος να κοιμηθή τάχα; ηρώτησε δείξας τον Αμερικάνον.
    - Έννοια σ’, μπαρμπα-Τριαντάφυλλε, είπεν ο Βαγγέλης· του είπε ο μπάρμπ’ Αναγνώστης ο καφετζής να πάει στον καφενέ του να πλαγιάσει. Μη σε μέλει ως τόσο για τον κύριο, προσέθηκε παίξας την ματιά εις τον κλήτορα· αν θέλει μέρος να κοιμηθή, έχει και παραέχει.
    - Τι τρέχει; ηρώτησε μυστηριωδώς ο κλήτωρ.
    - Είναι από δω, ντόπιος, του είπεν εις το ούς ο Παχούμης.
    - Και πώς το ξέρεις;
    - Είχα δεν είχα, τον γνώρισα.
    - Και ποιος είναι;
    - Εκείνος που σας έλεγα πριν, ο Γιάννης τ’ μπαρμπα-Στάθη τ’ Μοθωνιού. Όταν ήρθες κι’ αποκαταστάθηκες εδώ του λόγου σου, ήταν φευγάτος, και γι’ αυτό δεν τον θυμάσαι. Μα τον πατέρα του, το μπαρμπα-Στάθη, τον έφθασες, θαρρώ.
    - Τον έφτασα. Κάμε γλήγορα, Δημήτρη, επανέλαβε μεγαλοφώνως ο κλήτωρ, κι’ εξήλθεν.
    Οι δύο συναχθοφόροι του Βαγγέλη είχαν παύσει το άσμα και την όρχησιν, και ητοιμάζοντο ν’ απέλθωσιν. Αλλ’ αίφνης ο Βαγγέλης, ελθών πλησίον του Αμερικάνου, του λέγει ταπεινή τη φωνή:
    - Τι μ’ δίνεις, αφεντικό, να πάω να πάρω τα σ’ χαρίκια;
    Ο ξένος δεν έβαλε την χείρα εις την τσέπην. Αλλά μεταξύ του αντίχειρος, του λιχανού και του μέσου της δεξιάς ευρέθη κρατών μίαν αγγλικήν λίραν. Την έρριψε πάραυτα εις την παλάμην του Βαγγέλη με τόσην προθυμίαν και χαράν, ως να ήτο ο λαμβάνων και όχι ο δίδων.
    Όταν οι γείτονες της θεια-Κυρατσώς της Μιχάλαινας εξύπνησαν μετά τα μεσάνυχτα διά να υπάγουν εις την εκκλησίαν, της οποίας οι κώδωνες εκλάγγαζον θορυβωδώς, πόσον εξεπλάγησαν ιδόντες την οικίαν της πτωχής χήρας, εκεί όπου δεν εδέχοντο τα παιδία να τραγουδήσουν τα Χριστούγεννα αλλά τα απέπεμπον με τας φράσεις, «δεν έχουμε κανένα», και «τι θα τραγουδήστε από μας;», κατάφωτον, με όλα τα παραθυρόφυλλα ανοικτά, με τας υέλους αστραπτούσας, με την θύραν συχνά ανοιγοκλειομένην, με δύο φανάρια ανηρτημένα εις τον εξώστην, με ελαφρώς διερχομένας σκιάς, με χαρμοσύνους φωνάς και θορύβους. Τι τρέχει; Τι συμβαίνει; Δεν ήργησαν να πληροφορηθώσιν. Όσοι δεν το έμαθαν εις την γειτονιάν, το έμαθαν εις την εκκλησίαν. Και όσοι δεν υπήγαν εις την εκκλησίαν, το έμαθαν από τους επανελθόντας οίκαδε την αυγήν, μετά την απόλυσιν της θείας λειτουργίας.
    Ο ξενιτευμένος γαμβρός, ο από εικοσαετίας απών, ο από δεκαετίας μη επιστείλας, ο από δεκαετίας μη αφήσας που ίχνη, ο μη συναντήσας που πατριώτην, ο μη ομιλήσας από δεκαπενταετίας ελληνιστί, είχε γυρίσει πολλά μέρη εις τον Νέον Κόσμον, είχεν εργασθεί ως υπεργολάβος εις μεταλλεία και ως επιστάτης εις φυτείας, κι επανήλθε με χιλιάδας τινάς ταλλήρων εις τον τόπον της γεννήσεώς του, όπου επανεύρεν ηλικιωθείσαν, αλλ’ ακμαίαν ακόμη, την πιστήν του μνηστήν.
    Έν μόνον είχε μάθει, προ δεκαπέντε ετών, τον θάνατον των γονέων του. Περί της μνηστής του είχε σχεδόν την πεποίθησιν ότι θα είχεν υπανδρευθή προ πολλού· εν τούτοις διετήρει αμυδράν τινα ελπίδα. Εκ δεισιδαίμονος φόβου, όσον επλησίαζεν εις την πατρίδα του, τόσον εδίσταζε να ερωτήση απ’ ευθείας περί της μνηστής του, μη δίδων άλλως γνωριμίαν εις κανένα των πατριωτών του, όσους τυχόν συνήντησεν άμα φθάσας εις την Ελλάδα. Επροτίμα ν’ αγνοή τι έγινεν η μνηστή του, μέχρι της τελευταίας στιγμής, καθ’ ην θ΄απεβιβάζετο εις τον τόπον της γεννήσεώς του και θα προσήρχετο εις ευλαβή επίσκεψιν εις το ερείπιον, όπου ήτο άλλοτε η πατρώα οικία του.
    Μετά τρεις ημέρας, τη Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν, ετελούντο, εν πάση χαρά και σεμνότητι, οι γάμοι του Ιωάννου Ευσταθίου Μοθωνιού μετά της Μελαχροινής Μιχαήλ Κουμπουρτζή.
    Η θεια-Κυρατσώ, μετά τόσα έτη, εφόρεσεν, επ’ ολίγας στιγμάς, χρωματιστήν «πολίτικην» μανδήλαν, δια ν’ ασπασθή τα στέφανα. Και την παραμονήν του Αγίου Βασιλείου εσπέρας, ισταμένη εις τον εξώστην, ηκούσθη φωνούσα προς τους διερχομένους ομίλους των παίδων:
    - Ελάτε, παιδιά, να τρ

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
 (από το περιοδικό Εστία, 1892)

(Κατά τας παραμονάς των Χριστουγέννων δύο νησιώται, οι οποίοι
μετέβησαν δια κοπήν ξύλων, απεκλείσθησαν εις το Κάστρον λόγω
αιφνιδίας πτώσεως, χιόνος. Ο ιερεύς της κωμοπόλεως αποφασίζει να
μεταβή εις την εγκαταλελειμμένην εκκλησίαν του Κάστρου, δια να
λειτουργήση και συγχρόνως να παράσχη βοήθειαν εις τους
αποκλεισθέντας. Η δια ξηράς μετάβασις είναι αδύνατος, η δε δια
θαλάσσης λίαν επικίνδυνος λόγω της θαλασσοταραχής. Παρά ταύτα
όμως η απόφασις του ιερέως είναι αμετάτρεπτος. Τούτον ακολουθούν,
ενθαρρυνόμενοι δια του παραδείγματός του, και μερικοί άλλοι, άνδρες και
γυναίκες. Μετά ταλαιπωρίας λόγω της τρικυμίας έφθασαν εις το Κάστρο
και εύρον σώους τους δύο αποκλεισθέντας).
 «Το Γιάννη το Νυφιώτη, και τον Αργύρη της Μυλωνούς, τους έκλεισε το
χιόνι απάν’ στο Κάστρο, τ’μ πέρα πάντα, στο Στοιβωτό τον ανήφορο· τ’
ακούσατε;»
 Ούτως ωμίλησεν ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος, αφού έκαμε την
ευχαριστίαν του εξ οσπρίων κ’ ελαιών οικογενειακού δείπνου, την
εσπέραν της 23ης Δεκεμβρίου του έτους 186… Παρόντες ήσαν, πλην της
παπαδιάς, των δυο αγάμων θυγατέρων και του δωδεκαετούς υιού, ο
γείτονας ο Πανάγος ο μαραγκός, πεντηκοντούτης, οικογενειάρχης,
αναβάς διά να είπη μίαν καλησπέραν και να πιή μίαν ρακιά, κατά το
σύνηθες, εις το παπαδόσπιτο· κ’ η θεια το Μαλαμώ η Καναλάκαινα,
μεμακρυσμένη συγγενής, ελθούσα διά να φέρη την προσφοράν της, χήρα
εξηκοντούτις, ευλαβής, πρόθυμος να τρέχη εις όλας τας λειτουργίας και
να υπηρετή δωρεάν εις τους ναούς και τα εξωκκλήσια.
 «Τ’ ακούσαμε κ’ ημείς, παπά» απήντησεν ο γείτονας ο Πανάγος · «έτσ’
είπανε».  «Τι «είπανε»; Είναι σίγουρο, σας λέω» επανέλαβεν ο παπα-Φραγκούλης.
«Οι βλοημένοι, δε θα βάλουν ποτέ γνώση. Επήγαν με τέτοιον καιρό να
κατεβάσουν ξύλα, απάν’ απ’ του Κουρούπη τα κατσάβραχα, στο
Στοιβωτό, εκεί πού δεν μπορεί γίδι να πατήση. Καλά να τα παθαίνουν!»
 «Μυαλό δεν έχουν αυτός ου κόσμους, θα πω» είπεν η θεια το Μαλαμώ.
«Τώρα οι αθρώποι γινήκαν απόκοτοι».
 «Να είχανε τάχα τίποτα κ’ μπάνια μαζί τ’ ς;» είπεν η παπαδιά.
 «Ποιος του ξέρ’ ;» είπεν η θεια το Μαλαμώ.
 «Θα είχανε, θα είχανε κουμπάνια» υπέλαβεν ο Πανάγος ο μαραγκός.
«Αλλοιώς δε γένεται. Πήγανε με τα ζεμπίλια τους γεμάτα. Και τουφέκι θα
είχαν, και θηλειές να σταίνουν για τα κοτσύφια. Είχαν πάρει κι αλάτι
μπόλικο μαζί τους, για να τ’ αλατίσουν για τα Χριστούγεννα».
 «Τώρα, Χριστούγεννα θα κάμουν απάν’ στο Στοιβωτό τάχα;» είπε μετ’
οίκτου η παπαδιά.
 «Να μπορούσε κανείς να τους έφερνε βοήθεια…» εψιθύρισεν ο ιερεύς,
όστις εφαίνετο κάτι μελετών μέσα του.
 Ήτον έως πενήντα πέντε ετών ο ιερεύς, μεσαιπόλιος, υψηλός, ακμαίος
και με αγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εις την νεότητά του υπήρξε ναυτικός,
κι εφαίνετο διατηρών ακόμη λανθανούσας δυνάμεις, ήτο δε τολμηρός και
ακάματος.
 «Τί βοήθεια να τους κάμουνε;» είπεν ο Πανάγος ο μαραγκός. «Απ’ τη
στεριά, ο τόπος δεν πατιέται. ‘Ερριξε, έρριξε χιόνι, κι ακόμα ρίχνει. Χρόνια
είχε να κάμη τέτοια βαρυχειμωνιά. Ο Άις-Θανάσης έγιν’ ένα με τα
Καμπιά. Η Μυγδαλιά δεν ξεχωρίζει απ’ του Κουρούπη».
 Ο Πανάγος ωνόμαζε τέσσαρας απεχούσας αλλήλων κορυφάς της
νήσου. Ο παπα-Φραγκούλης επανέλαβεν ερωτηματικώς:
 «Κι απ’ τη θάλασσα, μαστρο-Πανάγο;»  «Απ’ τη θάλασσα, παπά, τα ίδια και χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός,
φουρτούνα, κιαμέτ. Όλο και φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Πού μπορείς να
ξεμυτίσης όξ’ απ’ το λιμάνι, κατά τ’ Ασπρόνησο!»
 «Από Σοφράν, το ξέρω, Πανάγο, μα από Σταβέτ;»
 Ο ιερεύς επρόφερεν ούτω τους όρους Sopra vento και Sotto vento, ήτοι το
υπερήνεμον, και υπήνεμον, εννοών ειδικώτερον το βορειοανατολικόν και
το μεσημβρινοδυτικόν.
 «Από Σταβέτ, παπά… μα είναι φόβος μην τόνε γυρίση στο μαΐστρο».
 «Μα… τότε, πρέπει να πέσουμε να πεθάνουμε», είπεν ως εν
συμπεράσματι ο ιερεύς. «Δεν είναι λόγια αυτά, Πανάγο».
 «Έ, παπά μ’ , ο καθένας τώρα έχει το λογαριασμό τ’ . Δεν πάει άλλος να
βάλη το κεφάλι του στον τρουβά, κατάλαβες, για να γλυτώσ’ εσένα».
 Ο παπα-Φραγκούλης εστέναξεν, ως να ώκτιρε την ιδιοτέλειαν και
μικροψυχίαν, ης ζώσα ηχώ εγίνετο ο Πανάγος.
 «Και τι θα πάθουνε, το κάτω κάτω;» επανέλαβεν, ως διά ν’ αναπαύση
την συνείδησίν του, ο μαραγκός. «Νά, θα είναι χωμένοι σε καμμιά σπηλιά,
τσακμάκι θα ‘χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι να μου ‘χε κι εμέ η
Πανάγαινα απόψε στην παραστιά μου τη φωτιά που θε να ‘χουν αυτοί.
Για μία βδομάδα, πάντα θα είχανε κουμπάνια, και δεν είναι παραπάν’
από πέντε μέρες που αγρίεψε ο χειμώνας».
 «Να πήγαινε τώρα κανένας να λειτουργήση το Χριστό, στο Κάστρο»
επανέλαβεν ο ιερεύς, «θά είχε διπλό μισθό, που θα τους έφερνε κι αυτούς
βοήθεια. Πέρσι, που ήταν ελαφρότερος ο χειμώνας, δεν πήγαμε. Φέτος
που είναι βαρύς…»
 Και διεκόπη, ως να είπε πολλά. Ο αγαθός ιερεύς είχεν ήθος ανθρώπου
λέγοντος οιονεί κατά δόσεις ό,τι είχε να είπη. Εκ των υστέρων θα φανή ότι
είχε την απόφασίν του και ότι όλα τα προοίμια ταύτα ήσαν
μεμελετημένα.  «Και γιατί δεν κάνει καλόν καιρό ο Χριστός, παπά, αν θέλη να πάνε να
τον λειτουργήσουνε στην εορτή του;» είπεν αυθαδώς ο μαστρο-Πανάγος.
 Ο ιερεύς τον εκοίταξε με λοξόν βλέμμα και είτα ηπίως του είπε:
 «Έ! Πανάγο, γείτονα, δεν ξέρουμε, βλέπω, τι λέμε… Πού είμαστε ημείς
ικανοί να τα καταλάβουμε αυτά!... Άλλο το γενικό και άλλο το μερικό και
το τοπικό, Πανάγο… Η βαρυχειμωνιά γίνεται για καλό, και για την
ευφορίαν της γης και για την υγείαν ακόμα. Ανάγκη ο Χριστός δεν έχει να
πάνε να τον λειτουργήσουνε… Μα όπου είναι μία μερική προαίρεσις
καλή, κι έχει κανείς και χρέος να πληρώση, ας είναι και τόλμη ακόμα, και
όπου πρόκειται να βοηθήση κανείς ανθρώπους, καθώς εδώ, εκεί ο Θεός
έρχεται βοηθός, και εναντίον του καιρού, και με χίλια εμπόδια… Εκεί ο
Θεός συντρέχει και με ευκολίας πολλάς και με θαύμα ακόμα, τί νομίζεις,
Πανάγο;… Έπειτα, πώς θέλεις να κάμη ο Χριστός καλόν καιρό, αφού
άλλες χρονιές έκαμε κ’ ημείς από αμέλεια δεν πήγαμε να τον
λειτουργήσουμε;»
 Όλοι οι παρόντες ηκροάσθησαν εν σιωπή την σύντομον και αυτοσχέδιον
ταύτην διδαχήν του παπά. Η θεια το Μαλαμώ έσπευσε να είπη:
 «Αλήθεια, παπά μ’ , δεν είναι κάλο πράμα αυτοδά, θα πω, ν’ αφήνουν
τόσα χρόνια τώρα το Χριστό αλειτούργητο την ημέρα της Γέννας του…
Για τούτο θα μας χαλάσ’ κι ου Θεός!»
 «Κ’ είχαμε κάμει κ’ ένα τάξιμο πέρυσι το Δωδεκάμερο, αλήθεια,
παπαδιά;» είπεν αίφνης στραφείς προς την συμβίαν του ο ιερεύς.
 Η παπαδιά τον εκοίταξεν ως να μην ενόει.
 «Οπού ήταν άρρωστος αυτός ο Λαμπράκης» επανέλαβεν ο ιερεύς,
δεικνύων τον δωδεκαετή υιόν του. «Θυμάσαι το τάμα που κάμαμε;»
 Η παπαδιά εσιώπα.
 «Έταξες, αν γλυτώση, να πάμε, ίσα-μπροστά, να λειτουργήσουμε το
Χριστό, την ημέρα της εορτής του».
 «Το θυμούμαι» είπε σείουσα την κεφαλήν η παπαδιά.  Τω όντι, ο μόνος υιός του παπά, ο δωδεκαετής Σπύρος, ον αυτός
απεκάλει ειρωνικώς και θωπευτικώς Λαμπράκην, ένεκα της άκρας
ισχνότητος και αδυναμίας, εξ ης έφεγγεν οιονεί το προσωπάκι του, είχε
κινδυνεύσει να αποθάνη πέρυσι τας ημέρας των Χριστουγέννων. Η
παπαδιά, ήτις ήγγιζεν ήδη το πεντηκοστόν και τον είχε μόνον και
υστερόγονον, κατόπιν τεσσάρων επιζώντων κορασιών, ων αι δύο πρώται
ήσαν υπανδρευμέναι ήδη, και μετά οκτώ γέννας, ων αι δύο διδύμων, και
πέντε θανάτους, η παπαδιά είχε τάξει, αν εγλύτωνε το αγόρι της, να
υπάγη του χρόνου να λειτουργήση τον Χριστόν.
 Το ενθυμείτο και το εσυλλογίζετο προ ημερών, και απ’ αρχής της
ομιλίας του παπά αυτό μόνον εσκέπτετο. Αλλ’ έβλεπεν ότι εφέτος θα ήτο
δυσκολώτατον, φοβερόν, ανήκουστον τόλμημα, ένεκα του βαρέος
χειμώνος, και εφρόνει ότι ο Χριστός θα ήτο συγγνώμων και θα παρεχώρει
νέαν προθεσμίαν.
 Εν τούτοις, γνωρίζουσα την συνήθη τακτικήν του παπά, ως και την
ισχυρογνωμοσύνην του, απεφάσισεν ενδομύχως να μή αντιλέξη. Και ου
μόνον τούτο, αλλά και άλλο τί ηρωικώτερον και εις πολλούς απίστευτον:
όπου αποφασίση να υπάγη ο παπάς, να υπάγη κι αυτή μαζί του.
 Ήτο γυνή δειλοτάτη, αλλά μόνον ενόσω ευρίσκετο μακράν του παπά.
Όταν ήτο πλησίον του παπά της, ελάμβανε θάρρος, η καρδία της
εζεσταίνετο και δεν εφοβείτο τους κινδύνους. Εάν τυχόν ανεχώρει ο
παπάς, χωρίς αυτής, να υπάγη εις το Κάστρον, η καρδούλα της θα
έτρεμεν ως το πουλάκι το κυνηγημένον. Αλλ’ εάν την έπαιρνε μαζί του,
θα ήτο ησυχωτάτη.
 Η μεγάλη κόρη, η εικοσαέτις, το Μυγδαλιώ, ενόησεν αμέσως τα
τρέχοντα, και ήρχισε, παρά το πλευρόν της μητρός της καθημένη,
πλησίον της εστίας, να ολολύζη ταπεινή τη φωνή εις το ους της μητρός
της:
 «Πού θα πάτε, θα πω; Παλαβώσατε, θα πω;… Με τέτοιον καιρό!… Να
πάτε στο Κάστρο! Ωχ! καημένη… Τί να γίνω;»
 Η νεωτέρα κόρη, η δεκαεξαέτις το Βασώ, αρχίσασα και αύτη να εννοή,
υπεψιθύρισε:  «Τί λέει;… Θα πάνε στο Κάστρο;… Κι άρχισες τα κλάματα!
Μουρλάθηκες! Σιώπα, θα με πάρουν κι εμέ μαζί… θα με πάρετε, μα;…»
 «Σουτ! Λ’ φάξτε!» είπεν αυστηρώς η παπαδιά.
 «Τι τρέχει;» είπεν η θεια το Μαλαμώ, ακούσασα τους ψιθυρισμούς
εκείθεν της εστίας.
 «Τίποτε, Μαλαμώ» είπε με αυστηρόν βλέμμα ο παπάς · «ησύχασε.
Πανάγο» είπε, στραφείς προς τον γείτονα τον μαραγκόν, ευρών εύσχημον
τρόπον να τον αποπέμψη, «δέν πας, να ‘χης την ευχή, να πης του
μπαρμπα-Στεφανή του Μπέρκου να ‘ρθη από δω, τόνε θέλω να τ’ πω;...».
 Ο Πανάγος ο μαραγκός ηγέρθη υψηλός, μεγαλόσωμος, ολίγον κυρτός,
τινάξας τα σκέλη του.
 «Πηγαίνω, παπά» είπε. «Θέλω κ’ εγώ να πάω να ιδώ μή μό ‘χη τίποτα η
Πανάγαινα για να φάμ’ απόψε».
 «Πήγαινε να του πης πρώτα, κ’ ύστερα γυρίζεις και τρώτε».
 «Η ευχή σας. Καληνύχτα, παπαδιά». Κ’ εξήλθε.
 «Τι λέει, θα πω», είπεν η θειά το Μαλαμώ μετά την αναχώρησιν του
Πανάγου, «θα πας στο Κάστρο, παπά;»
 «Να ιδούμε τι θα μας πη κι ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μπέρκος».
 «Ιγώ, ένας-ι-μ’» είπεν η θεια το Μαλαμώ, «α θε πας, έρχουμι».
 «Κ’ ιγώ» είπεν η παπαδιά.
 «Δεν είναι για να ‘ρθης εσύ, παπαδιά» είπεν ο ιερεύς. «Φτάνει που θα
κακοπαθήσω εγώ... Δεν πρέπει να λείψουμε κι οι δυο απ’ το σπίτι».
 «Ιγώ το ‘καμα του τάμα» είπεν η παπαδιά.
 «Μα αν πάω εγώ, το ίδιο είναι».
 «Δεν είμαι ήσυχη, αν δεν είμαι κοντά σου, παπά μ’ » είπεν η παπαδιά.  «Κ’ ημάς, πού θα μάς αφήσετε!» έκραξε με δάκρυα εις τους οφθαλμούς
το Μυγδαλιώ.
 «Σιώπα, καημένη» είπε το Βασώ. «Θα με παρ’ νε κι εμένα μαζί, σιώπα!»
 «Ναί, εσένα σ’ φαίνεται πώς είσ’ ακόμα μικρή, χαδούλα μ’ ! Γιατί έτσ’ σ’
μάθανε. Δε φταις εσύ!» είπε το Μυγδαλιώ, εκχύνουσα την ενδόμυχον
ζήλειαν της επί τη τύχη της αδελφής της, ήτις, ως μικροτέρα, δεν είχε
κρυφθή ακόμη, ήτοι δεν απείργετο της κοινωνίας, ως αι προς γάμον
ώριμοι, και απέλαυε σχετικής τινος ελευθερίας.
 Ο μικρός Λαμπράκης είχε πέσει επί τον τράχηλον της μητρός του.
 «Θα με πάρετε κ’ έμενα μαζί, μάννα;» εψιθύρισε περιπτυσσόμενος τον
λαιμόν της.
 «Τι λες, χαδούλη μ’ ! Τι λες, πιδί μ’; » απήντησε φιλούσα αυτόν η
παπαδιά. «Εγώ, αν πάω, για σένα θα πάω, γυιέ μ’ · κι αν απομείνω, για
σένα θ’ απομείνω, γυιόκα μ’ , για να μην κρυώσης. Όπως αποφασίση ο
παπάς σ’ , μικρό μ’ . Τώρα, σύρ’ να πης την προσευχή σ’ και να κάμης
μετάνοια του παπά σ’ , να πλαγιάσης, για να μη μαργώνης, κανάρι μ’ !»
 «Ναι, θα πας · αμ’ δε θα πας!» έκραξε το Μυγδαλιώ, απαντώσα εις εν
ρήμα της μητρός της.
 «Σιωπάτε! Ακόμα δεν αποφασίσαμε τίποτε, κ’ εσηκώσατ’ επανάσταση»
είπεν ο παπάς. «Να ιδούμε τι θα μας πη κι ο μπαρμπα-Στεφανής».
 Είτα στραφείς προς την παπαδιά: «Μας φέρανε τίποτε λειτουργιές,
μπάριμ;»
 Η παπαδιά έδειξε διά του βλέμματος, σκεπασμένας με ραβδωτήν
δίχρουν σινδόνα, τας ολίγας προσφοράς, όσας είχαν φέρει εις την οικίαν
του ιερέως τινές των ενοριτισσών, μέλλουσαι να μεταλάβωσι την
επαύριον, παραμονή των Χριστουγέννων. Η θεια το Μαλαμώ τας είχεν
ιδεί προ πολλού, και προσεπάθει να τας ξεσκεπάση οιονεί με τας ακτίνας
του βλέμματος, να μαντεύση ως πόσαι να ήσαν.
 «Μας βρίσκεται και τίποτε παξιμάδι;» ηρώτησε πάλιν ο ιερεύς.  «Θα έμεινε κάτι ολίγο απ’ της Παναγιάς. Όλο το Σαρανταήμερο
ζυμώνομε κι τρώμε απ’ τα βλογούδια» είπεν η πρεσβυτέρα.
 Βλογούδια ήσαν οι μικροί σταυροσφράγιστοι αρτίσκοι, οι προσφερόμενοι
υπό των ενοριτών εις τους οίκους των ιερέων κατά το Σαρανταήμερον.
Αντί όμως αρτίσκων, αι περισσότεραι ενορίτισσαι, κατά τους τελευταίους
χρόνους επροτίμων να προσφέρωσιν απλούν άλευρον, και διά τούτο η
παπαδιά είπεν ότι «εζύμωναν απ’ τα βλογούδια».
* * *
 Βήμα ηκούσθη εις τον πρόδομον. Ηνοίχθη η θύρα και εισήλθεν ο
μπαρμπα-Στεφανής ο Μπέρκος, υψηλός, στιβαρός, σχεδόν εξηκοντούτης,
με παχύν φαιόν μύστακα, με σκληρόν και ηλιοκαές δέρμα, φορών πλατύν
κούκκον και καμιζόλαν μαλλίνην βαθυκύανον, με το ζωνάρι κόκκινον,
δυο πιθαμές πλατύ. Κατόπιν τούτου εφάνη και άλλη μορφή, ορθή
ισταμένη παρά την θύραν. Ήτο ο Πανάγος ο μαραγκός, όστις, αν και
είχεν αφήσει την καλήν νύκτα, ειπών ότι θα μετέβαινεν οίκαδε να
δειπνήση, ουχ ήττον, κεντηθείσης, φαίνεται, της περιεργείας του να μάθη
τι τον ήθελαν τον μπαρμπα-Στεφανή τον Μπέρκον, ανέβη και πάλιν εις
την οικίαν του παπά.
 «Καπετάν Στεφανή» είπεν ο ιερεύς, «τί λες, μ’ αυτόν τον καιρό, μπορεί
κανείς να πάη στο Κάστρο, με τ’ βάρκα, από Σταβέτ;»
 «Από Σταβέτ;… με τ’ βάρκα;… στο Κάστρο;…» ηκούσθη από της θύρας
ως καινή τις πρωθύστερος και ανάστροφος ερωτηματική ηχώ.
 Ήτο ο μαστρο-Πανάγος ο μαραγκός, με την κεφαλήν προέχουσαν εις το
ανώφλιον, με την μίαν πλευρά οιονεί κολλημένην επί του παραστάτου.
 Αλλ’ ο μπαρμπα-Στεφανής, μόλις ήκουσε την ερώτησιν του ιερέως, και
χωρίς να σκεφθή πλέον του δευτερολέπτου, με την χονδρήν, ταχείαν κ’
εμπερδεμένην προφοράν του, ανέκραξε:
 «Μπράβο! Μπράβο! Ακούς! Ακούς! Στο Κάστρο; μετά χαράς! Όρεξη να
‘χης, όρεξη να ‘χης, παπά!»  «Να άνθρωπος!» είπεν ο παπάς. «Έτσι σε θέλω, Στεφανή! Τί λες, είναι
κίνδυνος;»
 «Κίντυνος, λέει; Ντιπ, καταντίπ, καθόλ’ ! Εγώ σας παίρνω απάνου μ’ ,
παπά! Μονάχα πως μπορεί να κρυώσετε, τίποτε άλλο. Θα ‘ρθη, θα ‘ρθη κ’
η παπαδιά, ‘θα ρθη κι άλλος κόσμος, πολύς κόσμος; Η βάρκα είναι
μεγάλη, κατάλαβες, παίρνει κι τριάντα νομάτοι, κι σαράντα νομάτοι, κι μ’
ούλες τις κουμπάνιες σας, με τα σέγια σας, με τα πράματά σας. Κι η
φουρτούνα τώρα, κατάλαβες, όσο πάει κι πέφτ’ . Ταχιά θα ‘χουμε
καλωσύνη, μπονάτσα, κάλμα. Όλο κι καλωσ’νεύει, να, τώρα
καλωσύνεψε!»
 Ως διά να ψεύση την διαβεβαίωσιν του γέροντος πορθμέως, οξύς
συριγμός παγερού βορρά ηκούσθη, σείων τα δένδρα του κήπου και τους
ξυλοτοίχους του μαγειρείου επί του σκεπαστού εξώστου της οικίας, αι
ύελοι δε και τα παράθυρα απήντησαν διά γοερού στεναγμού.
 «Να! ακούς; Καλωσύνεψε!» είπε καγχάζων θριαμβευτικώς ο μαστρο-
Πανάγος.
 «Σιώπα εσύ, δεν ξέρ’ς εσύ» ανέκραξεν ο Στεφανής. «Εσύ ξερ’ς να
πελεκάς στραβόξυλα και να καρφών’ς μαδέρια. Αυτή είναι η στερνή
δύναμη της φουρτούνας, είν’ αέρας πού ψ ‘χομαχάει. Αύριο θα μαλακώσ’
ο καιρός, σας λέω εγώ. Μπορεί να ‘χουμε ακόμα και καμμιά μικρή χιονιά,
δε σας λέω, μα ημείς, από Σταβέτ, ανάγκη δεν έχουμε».
 «Και σαν τόνε γυρίση στο μαΐστρο;» επέμεινεν ο μαραγκός.
 «Κι χωρίς να τόνε γυρίση στο μαΐστρο, εγώ σ’ λέω πως απ την Κεχριά κ’
εκεί θε να ‘χουμε θαλασσίτσα» είπε τρίβων τας χείρας ο Στεφανής. «Αυτά
είναι αποθαλασσιές και δε λείπουν, κατάλαβες, κι ο κόρφος μπουκάρει
ολοένα, κι ούλο στρίβει. Μα δε μας πειράζ’ ημάς αυτό. Εγώ σας παίρνω
απάνω μ’ , ο Στεφανής σας παίρνει απάν’ τ’ !»
 «Μπράβο, Στεφανή, τώρα μ’ έκαμες ν’ αποφασίσω. Ήπιες ρακί; Τράβα
κι άλλο ένα» είπεν ο παπάς.
 «Έχω πιεί πέντ’ εξ’ ως τώρα, έτσι να ‘χω την ευχή σ’ , παπά».  «Πιε κι άλλο ένα να γίνουν εφτά».
 Ο μπαρμπα-Στεφανής ερρόφησε γενναίαν δόσιν εκ της μικράς φιάλης,
της πάντοτε κενουμένης και ουδέποτε στειρευούσης, του ιερατικού
μελάθρου.
 «Είσαστ’ έτοιμοι; είσαστ’ έτοιμοι;» είπεν ακολούθως. «Πήρες τα ιερά σ’ ,
παπά, τα χαρτιά σ’ ούλα, τα ‘χεις έτοιμα; Έχετε τίποτε πράματα να σας
κουβαλήσω, για να ‘μαστ’ α-σένιο;»
 «Από τώρα;» είπεν ο παπα-Φραγκούλης.
 «Από τώρα! Τί λες; Να είμαστ’ α-πρόντο, παπά. Εγώ στες δύο θα ρθω να
σας φωνάξω, κ’ εσείς να είσαστ’ α-λέστα. Διάβασε τι θα διαβάσης, παπά,
κι στες τρεις να μπαρκάρουμε».
 «Εγώ θα είμαι ξυπνητός απ’ τη μια» είπεν ο ιερεύς, «γιατί έχω το
ξυπνητήρι μου… Κι έπειτα, είμαι μοναχός μου ξυπνητήρι. Μα στες τρεις,
είναι πολύ νωρίς. Να χαράξη, Στεφανή, και να μπαρκάρουμε».
 «Στες τρεις, στες τέσσερες, παπά, για να μην πέση ο αέρας, να τον
έχουμε πρύμα ως τες Κουκ’ ναριές, να ‘χουμε μέρα μπροστά μας. Από κει
ως το Μανδράκι, κι ως τον Ασέληνο, τραβούμε σιγά σιγά με το κουπί. Από
κει ως τις Κεχρεές κι ως την Άγια Ελένη, θα μας παίρνη αγάλι’- αγάλια με
το πανάκι. Κι απ την Αγία Ελένη κι εκεί, αν δεν μπορέσουμε να μ’
ντάρουμε…»
 «Έ, ύστερα;»
 «Εγώ θαλασσώνω και βγαίνω στη στεριά, και σας τραβώ με την
μπαρούμα ως τον Άι-Σώστη».
 Εκάγχασαν όλοι προς τον αστεϊσμόν του απλοϊκού ναύτου, ο δε παπάς,
όστις εφοβείτο και αυτός την τροπήν του ανέμου εις το μέρος περί ου ο
λόγος, παρετήρησε προς παραμυθίαν των ακροατών:
 «Μα εγώ λέω ότι θα μπορέσουμε στεριά να τραβήξουμε στην
ακρογιαλιά, τον κρεμνό τον ανήφορο. Όσο ψηλά κι αν το στοίβαξε το
χιόνι στα βουνά, στες ακρογιαλιές ο τόπος πατιέται».  Έμειναν σύμφωνοι να έλθη ο λεμβούχος να τους δώση είδησιν εις τας
τρεις διά να ετοιμασθούν, και εις τας τέσσαρας να εκκινήσωσιν. Ο παπα-
Φραγκούλης διέταξε να τεθώσιν εις σάκκους αι προσφοραί, όσας είχε, και
τινά δίπυρα, και εις δύο μεγάλα κλειδοπινάκια έθεσεν ελαίας και χαβιάρι.
Εγέμισε δυο επταοκάδους φλάσκας με οίνον από την εσοδείαν του.
Ετύλιξεν εις χαρτία δύο ή τρία ξηροχτάποδα, και μικρόν κυτίον το
εγέμισεν ισχάδας και μεγαλόρραγας σταφίδας. Τα δυο παπαδοκόριτσα,
με τα παράπονα και τους γογγυσμούς της η μία, με τους κρυφίους
γέλωτας και την ελπίδα της συμμετοχής του ταξιδίου η άλλη, έβρασαν
όσα αυγά είχαν, έως τέσσαρας δωδεκάδας, και τα έθεσαν εις τον πάτον
ενός καλαθίου, το οποίον απεγέμισαν είτα με δυο πρόσφορα τυλιγμένα
εις οθόνας, με κηρία και με λίβανον. Προσέτι ο παπα-Φραγκούλης είχε
παρακαλέσει τον μπαρμπα-Στεφανήν να περάση από τα σπίτια δυο
εμποροπλοιάρχων φίλων του, εκ των παραχειμαζόντων με τα πλοία των
εις τον λιμένα, να τους παρακαλέση εκ μέρους του να του στείλουν, αν
τους ευρίσκετο, ολίγον κρέας σαλάδο, εξ εκείνου το οποίον μαγειρεύουν
εις τα πλοία τα εκτελούντα μακρούς πλους. Εκείνοι φιλοτιμηθέντες
έστειλαν δυο μεγάλα τεμάχια, έως πέντε οκάδας τα δύο.
 Όλας ταύτας τας προμηθείας έκαμνεν ο παπάς προβλεπτικώς διά τους
αποκλεισθέντας εις το βουνόν από την χιόνα, περί ων έγινε λόγος εν
αρχή, καθώς και δι’ εαυτόν και τους μεθ’ εαυτού συνεκδημήσοντας
προσκυνητάς, καθ’ όσον ενδεχόμενον ήτο να θυμώση και πάλιν ο καιρός,
και να τους κλείση ο χειμών εις το Κάστρον, αν εν τοσούτω έμελλον να
φθάσωσιν εις το Κάστρον σώοι και υγιείς.
 Πριν κατακλιθή ο παπα-Φραγκούλης έστειλε μήνυμα εις τον
συνεφημέριόν του τον παπ’-Αλέξην, όστις άλλως ήτο και ο εφημέριος της
εβδομάδος, ότι δεν θα ήτο συλλειτουργός την επιούσαν, παραμονήν των
Χριστουγέννων, εν τω ενοριακώ ναώ, καθ’ όσον απεφάσισε, συν Θεώ
βοηθώ, να υπάγη να λειτουργήση τον ναόν του Χριστού, εις το Κάστρον.
* * *
 Είχαν πάρει είδησιν αφ’ εσπέρας δυο τρεις ενορίτισσαι, γειτόνισσαι του
παπά, διότι ο Πανάγος εξελθών ανεκοίνωσε το πράγμα εις την γυναίκα
του, και αύτη το διηγήθη εις τας γειτονίσσας. Επίσης και η θεια το
Μαλαμώ εστάλη να φέρη είδησιν εις τον κυρ-Αλεξανδρήν τον ψάλτην, μεθ’ ο εξελθούσα έσπευσε να προσηλυτίση δυο ή τρεις πανηγυριστάς και
άλλας τόσας προσκυνητρίας.
 Όταν έμελλον να επιβιβασθώσιν, ευρέθησαν δεκαπέντε άτομα. Η
απόφασις του παπά και η γενναιότης του μπαρμπα-Στεφανή, μετά την
πρώτην έκπληξιν, ενέβαλε θάρρος εις άνδρας και γυναίκας. Ήσαν δε όλοι
εξ εκείνων, οίτινες συχνά τρέχουσιν, άρρητον ευρίσκοντες ηδονήν, εις
πανηγύρια και εις εξωκκλήσια. Ήσαν ο παπα-Φραγκούλης μετά της
παπαδιάς, της Βασώς και του Σπύρου, ο μπαρμπα-Στεφανής μετά του
δεκαεπταετούς υιού του, όστις ήτο και ο ναύτης του, η θεια το Μαλαμώ, ο
κυρ Αλεξανδρής ο ψάλτης, τρεις άλλοι πανηγυρισταί και τέσσαρες
προσκυνήτριαι. Την τελευταίαν στιγμήν προσετέθη και δέκατος έκτος.
 Ούτος ήτο ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο αδερφός του Αργύρη, του
αποκλεισμένου από τας χιόνας. Ήλθεν εις την αποβάθρα με σάκκον
πλήρη τροφίμων και με άλλα τινά εφόδια δια την εκδρομήν. Ιδών αυτόν ο
ιερεύς:
 «Πώς το έμαθες, Βασίλη;» του λέγει.
 «Το έμαθα, παπά, απ’ το μαστρο - Πανάγο το μαραγκό».
 «Τι ώρα και πού τον είδες;»
 «Κατά τας δέκα τον ηύρα εις το καπηλειό του Γιάννη του Μπούμπουνα.
Είχε φάει ψωμί κ’ εβγήκε να πιη δυο –τρία κρασιά με το ισνάφι. Έλεγε
πως αποφασίσατε να πάτε στο Κάστρο, και σας εκατάκρινε για την
τόλμη. Μα εγώ το χάρηκα, γιατί ανησυχώ για κείνον τον αδερφό μου, και
θέλω να ‘ρθω μαζί σας, αν με παίρνετε».
 «Ας είναι, καλώς να ΄ρθης» είπεν ο ιερεύς.
 Εξέπλευσαν. Εστράφησαν προς το μεσημβρινοδυτικόν του λιμένος,
έβαλαν πλώρη το ακρωτήριον Καλαμάκι. Ο άνεμος ήτο βοηθητικός, και ο
πλους ευοίωνος ήρχιζε. Ναι μεν εκρύωναν πολύ, αλλ’ ήσαν όλοι βαρέως
ενδεδυμένοι. Ο παπάς εκάθισεν εις το πηδάλιον φορών την γούναν του. Η
πρεσβυτέρα είχε το σάλι της το διπλό, η θεια το Μαλαμώ είχε το βαρύ
γουνάκι και την κουζούκα της. Ο μπαρμπα – Στεφανής ήτο με την
νιτσεράδα του, με τον κηρωτόν πίλον του, με τον ιμάντα δεδεμένον υπό
τον πώγωνα, με τα μακρά πτερύγια σκεπάζοντα τα ώτα, και ο υιός τουΣπύρος, ο καλούμενος κοινώς το Μπερκάκι, με τας πρεκνάδας και με τας
βούλλας εις το πρόσωπον, ήτο με τα μανίκια της μαλλίνης καμιζόλας του
ανασφουγγωμένος ως τους αγκώνας.
 Ευτυχώς δεν εχιόνιζεν, αλλ’ ο άνεμος ήτο παγερός. Αίθριος ο ουρανός,
σαρωμένος από τον βορράν. Η σελήνη ήτο εις το πρώτον τέταρτον και
είχε δύσει προ πολλού. Τα άστρα έτρεμαν εις το στερέωμα, η πούλια
εμεσουράνει, ο γαλαξίας έζωνε τον ουρανόν. Ο πήχυς και η άρκτος και ο
αστήρ του πόλου έλαμπαν με βαθείαν λάμψιν εκεί επάνω. Η θάλασσα
έφρισσεν υπό την πνοήν του βορρά, και ηκούοντο τα κύματα πλήττοντα
μετά ρόχθου την ακτήν, εις ην μελαγχολικώς απήντα ο φλοίσβος του
ύδατος παρά την πρώραν της μεγάλης και δυνατής βάρκας.
 Έκαμψαν το Καλαμάκι και ακόμη δεν είχε χαράξει. Ήρχιζε μόλις να
γλυκοχαράζη πέραν της αγκάλης του Πλατανιά. Έφεξεν εις τον
Στρουφλιά, αντικρύ του τερπνού και συνηρεφούς δάσους των πιτύων, εξ
ου η θέσις ονομάζεται Κουκ’ναριές. Τότε οι επιβάται είδον αλλήλους υπό
το πρώτον λυκόφως της ημέρας, ως να έβλεπαν αλλήλους πρώτην φοράν.
Πρόσωπα ωχρά και χείλη μελανά, ρίνες ερυθραί και χείρες
κοκκαλιασμέναι. Η θεια το Μαλαμώ είχεν αποκοιμηθή δις ήδη υπό την
πρύμνην, όπου έσκεπε το πρόσωπόν της με την μαύρην μανδήλαν ως την
ρίνα, με την ρίναν σχεδόν ως τα γόνατα. Ο κυρ – Αλεξανδρής είχε πάρει
δύο τροπάρια παραπλεύρως αυτής, ονειρευόμενος ότι ήτο ακόμη εις την
κλίνην του και απορών πώς αύτη εκινείτο ευρύθμως ως βρεφικόν λίκνον.
Ο υιός του παπά, ο Σπύρος, έκαμνε συχνές μετάνοιες, και, όσον αίμα είχε,
είχε συρρεύσει όλον εις την ρίνα του, ήτις ήτο και το μόνον ορατόν μέλος
του σώματός του. Η παπαδιά εν τη ευσεβεί φιλιστοργία της είχε κρίνει ότι
ώφειλε να τον πάρη μαζί, αφού δι’ αυτόν ήτο το τάξιμον. Τον απέσπασεν
αποτόμως της κλίνης, τον ένιψε και τον ενέδυσε με διπλά υποκάμισα, δύο
φανέλλας, χονδρόν μάλλινον γελέκιον, διπλούν σακκάκι κ’ επανωφόρι,
και περιτύλιξε τον λαιμόν του με χνοώδες μάλλινον μανδήλιον,
ποικιλόχρουν και ραβδωτόν, μακρόν καταπίπτον επί το στέρνον και τα
νώτα. Τώρα παρά την πρύμνην αριστερόθεν του παπά καθημένη,
αριστερά της είχε τον Σπύρον, και ζητούσα αυτομάτως να ψηλαφήση τους
βραχίονας και το στήθος του, δεν εύρισκε σχεδόν σάρκα υπό την βαρείαν
σκευήν, δι’ ής είχεν περειχαρακώσει τον υιόν της.  Ο παπάς, όστις δεν είχεν αποβάλει την φαιδρότητά του, ουδ’ έπαυε ν’
ανταλλάσση αστεϊσμούς και σκώμματα με τον μπαρμπα –Στεφανήν,
στρεφόμενος προς αυτήν ενίοτε της έλεγε:
 «Να, γι’ αυτόνε το Λαμπράκη, το γυιο σου, τα παθαίνουμε αυτά,
παπαδιά!»
 «Κι τι πάθαμε με τ’ δύναμ’ τ’ Θεού;» απήντα η παπαδιά, ήτις κατά
βάθος πολύ ανησύχει με αυτό το παράτολμον ταξίδιον. Ευτυχώς, η
παρουσία του παπά της έδιδε θάρρος.
 «Δε μ’ λες, παπαδιά» είπε με την τραχείαν φωνήν του ο μπαρμπα –
Στεφανής, θελήσας ν’ αστεϊσθή και με την πρεσβυτέραν, «δε μ’ λες, γιατί
λένε: «Κύρι’ ελέησον! παπαδιά· πέντε μήνες δυο παιδιά!»;»
 «Γιατί, μαθές , το λένε;» απήντησε χωρίς να πειραχθή η πρεσβυτέρα.
«Πάρε παράδειγμα από μένα. Οχτώ γέννες, δέκα παιδιά».
 «Θα πη, το λοιπόν, πως οι παπαδιές είναι πολύ καρπερές. Μα γιατί;»
 «Γιατί οι παπάδες δε λείπουν χρόνο –χρονικής από κοντά τους» είπεν η
θεια το Μαλαμώ.
 «Να, το Μαλαμώ πάλι το κατάλαβε» είπεν ο παπάς· «δε σας το ‘λεγα
γω; Εσύ κι ο εξάδελφός σου ο Αλεξανδρής» εννοών τον ψάλτην «έχετε
μεγάλον νου».
 Ο παπάς δεν έπαυε να αστεΐζεται με όλας τας εν τω πλοιαρίω
ενοριτίσσας του. Εις την μίαν έλεγε: «Μα κείνος ο Θοδωρής» εννοών τον
άνδρα της «κοιμάται όταν τα φτιάνη αυτά τα παιδιά;» Εις την άλλην: «Μα
δεν είναι καμμιά, που να μη θέλη παντρειά! Εγώ έχω στεφανωμένα,
τριάντα χρόνια τώρα, παραπάν’ από διακόσια ανδρόγυνα, και καμμιά δεν
ευρέθη να πη πως δε θέλει!»
 Αλλά το κυριότερον θύμα του παπα – Φραγκούλη ήτον ο Αλεξανδρής ο
ψάλτης. Έξαφνα τον ηρώτα:
 «Δε μου λες, Αλεξανδρή, τι θα πη, τώρα, στην καταβασία των
Χριστουγέννων, «ο ανυψώσας το κέρας ημών;» Ποιος είν’ αυτός ο
ανυψώσας;»  «Να, ο ανηψός σας» απήντα ο κυρ Αλεξανδρής, μη εννοών άλλως την
λέξιν.
 «Και τι θα πει «Σκύλα Βαβυλών της βασιλίδος Σιών»; ηρώτα πάλιν ο
παπάς.
 «Να, σκύλλα Βαβυλών» απήντα ο ψάλτης, νομίζων ότι περί σκύλλας
πράγματι επρόκειτο.
 Ταύτα ελέγοντο ενόσω ήτο υπήνεμος η βάρκα, με τας κώπας
βραδυπορούσα, δεξιόθεν παραπλέουσα τον Ανάγυρον και τον Ασέληνον,
αριστερόθεν πελαγωμένη αντικρύ των Τρικκέρων και του Αρτεμισίου. Ο
παπα – Φραγκούλης εκάθητο κυβερνών εις το πηδάλιον, οι άλλοι
εβοήθουν εις την κωπηλασίαν. Και αυτός ο κυρ Αλεξανδρής, αν και
ατζαμής περί τα ναυτικά πράγματα, ησθάνθη την ανάγκην να
κωπηλατήση δια να ζεσταθή. Κ’ η θεια το Μαλαμώ εκωπηλάτησε σχεδόν
επί ημίσειαν ώραν. Ευτυχώς, αν κ ‘εκρύωναν όλοι, και αι ψυχραί ριπαί αι
κατερχόμεναι από των χιονοφόρτων ορέων εξύριζον τα ώτα και τους
λαιμούς των, είχον όμως τους πόδας θερμούς, το ευεργετικόν τούτο
αποτέλεσμα της γειτνιάσεως του πόντου. Ο ήλιος είχε προβάλει από τα
σύννεφα επ’ ολίγας στιγμάς («ήλιος με τα δόντια- γριά με τα χταπόδια!»
ανέκραζεν ο Λαμπράκης), διότι ενώ την νύκτα ηθρίαζε κ’ εγίνετο «ο
ουρανός καντήλι», την ημέραν συνήγοντο πάλιν τα νέφη και ο βορράς
εφαίνετο υποχωρών εις τον απηλιώτην, ως να ηπηλείτο βροχή· αλλά
μόλις επρόβαλε, κ’ εφάνη ως να έβλεπε ποία ήτο η υψηλοτέρα κ’
εγγυτέρα κορυφή εκ των καταλεύκων ορέων ολόγυρα, η του Πηλίου ή η
του Όθρυος, δια να σπεύση το ταχύτερον να κρυφθή. Αλλά τα νέφη,
σωρευθέντα πάλιν, τον απήλλαξαν του κόπου τούτου.
 Η ακριβής απόστασις από του μεσημεριανού λιμένος έως το
βορεινότερον άκρον της νήσου, όπου έπλεον, θα ήτο ως δέκα ναυτικών
μιλίων. Ο παπάς έβλεπεν ότι ήθελον νυκτώσει, πρίν φθάσωσιν εις το
Κάστρον. Ήτο μεσημβρία ήδη, και δεν έφθασαν ακόμη εις την Κεχρεάν,
την ωραίαν μελαγχολικήν κοιλάδα, με τας ελαιοφύτους κλιτύς, με τον
Αραδιάν, τον πυκνόν δρυμώνα της, με το ρεύμα και τας πλατάνους και
τους νερομύλους της. Όταν έφθασαν εις την Κεχρεάν, συνέβη εκείνο το
οποίον ο μεν κακόμαντις Πανάγος προέλεγεν, ο δε Στεφανής δεν ηγνόει,
και ο παπα-Φραγκούλης προέβλεπεν. Είτε τροπή εις τον μαΐστρον ήτο,
είτε αποθαλασσιά και «μπουκάρισμα του κόρφου», τα κύματα ήρχισαν ναογκούνται κατάπρωρα του μικρού σκάφους, και η βάρκα με το λευκόν
πανίον της, και με τον φλόκον και την αντένα της, ήρχισε να σκιρτά επί
των κυμάτων, ομοία με Ελληνοαλβανόν χορεύοντα ηρωικούς χορούς, με
τον λευκόν χιτώνα ανεμίζοντα, με τον ένα βραχίονα τριγωνοειδή εις την
μέσην, με τον άλλον υψιτενή και παίζοντα τα δάκτυλα. Αι γυναίκες
ήρχισαν να δειλιώσιν. Η θεια το Μαλαμώ ηρώτα τον παπάν αν δεν ήτο
καλόν ν’ αποβιβασθώσι και ανέλθωσιν εις την Παναγίαν την Κεχρεάν να
λειτουργήσωσιν, όπως εορτάσωσιν εκεί τα Χριστούγεννα. Ο κυρ
Αλεξανδρής ζαλισθείς εζάρωσεν εις μιαν γωνίαν, και οι άλλοι επιβάται
μεγάλως ανησύχουν. Μόνον δύο άνδρες δεν εδειλίασαν, ο μπαρμπα-
Στεφανής και ο παπα- Φραγκούλης.
 Εις των επιβατών επρότεινε ν’ αράξωσι προσωρινώς εις την Κεχρεάν,
εωσότου κοπάση ο άνεμος. Ο Στεφανής και ο ιερεύς συνεννοούντο δια
νευμάτων. Απείχον ακόμη από το Κάστρον υπέρ τα τρία μίλια. Δύο μέσα
ηδύναντο να δοκιμάσωσιν, αν τα εύρισκον τελεσφόρα: ή να συστείλωσι τα
ιστία και να προχωρήσωσι με τας κώπας, καταφρονούντες τον αφόρητον
δια τας γυναίκας μάλιστα σάλον, περιβρεχόμενοι από τα θραυόμενα και
εισπηδώντα εις το σκάφος κύματα, ριγούντες και δεινώς πάσχοντες, ή ν’
αποβιβασθώσιν εις την ξηράν και να δοκιμάσωσιν αν θα εύρισκον
δρομίσκον τινά, όχι πολύ πλακωμένον από την χιόνα, ώστε να είναι βατός
εις ανθρώπους. Πτυάρια και αξίνες δύο - τρεις είχε πάρει μαζί του ο
Βασίλης της Μυλωνούς, προβλέπων ότι ίσως θα εχρησίμευον δια ν’
ανοίξη δρόμον προς ανεύρεσιν του αποκλεισμένου αδελφού του. Ο παπα
– Φραγκούλης απεφάνθη ότι, αφού εξάπαντος θα ενύχτωναν, κάλλιον θα
ήτο να δοκιμάσωσι το πρώτον, διότι κέρδος θα ήτο, είπεν, όσον ολίγον και
αν ηδύναντο να προχωρήσωσι δια θαλάσσης, και ύστερον θα είχον καιρόν
να καταφύγωσι και εις την δευτέραν μέθοδον.
 Ήδη ο ήλιος, επιφανείς ακόμη μίαν φοράν, έκλινε προς την δύσιν. Ήτο
τρίτη και ημίσεια ώρα. Και ο ήλιος εχαμήλωνεν, εχαμήλωνε. Και η
βαρκούλα του μπαρμπα –Στεφανή, με το ανθρώπινο φορτίον της,
εχόρευεν, εχόρευεν επάνω εις το κύμα, πότε ανερχομένη εις υγρά όρη,
πότε κατερχομένη εις ρευστάς κοιλάδας, νυν μεν εις την ακμήν να
καταποντισθή εις την άβυσσον, νυν δε ετοίμη να κατασυντριβή κατά της
κρημνώδους ακτής. Και ο ιερεύς έλεγε μέσα του την Παράκλησιν όλην
από το «Πολλοίς συνεχόμενος» έως το «Πάντων προστατεύεις». Κι ο
μπαρμπα –Στεφανής εστενοχωρείτο, μη δυνάμενος επί παρουσία τουπαπά να εκχύση ελευθέρως τας αφελείς βλασφημίας του, τας οποίας
εμάσα κ’ έπνιγε μέσα του υποτονθορύζων: «Σκύλιασε ο διαολόκαιρος,
λύσσαξε! Θα σκάσης, Αντίχριστε, Τούρκο! Το Μουχαμέτη σου, μέσα!». Κ’ η
θεια το Μαλαμώ, ποιούσα το σημείον του Σταυρού έλεγε το «Θεοτόκε
Παρθένε», κ’ επανελάμβανεν: «Έλα, Κ’στέ μου! βοήθα Παναϊά μ’!» Και τα
κύματα έπληττον την πρώραν, έπληττον τα πλευρά του σκάφους, και
εισορμώντα εις το κύτος εκτύπων τα νώτα, εκτύπων τους βραχίονας των
επιβατών. Και ο ήλιος εχαμήλωνεν, εχαμήλωνε. Και η βαρκούλα
εκινδύνευε ν’ αφανισθή. Και η απορρώξ βραχώδης ακτή εφαίνετο
διαφιλονεικούσα την λείαν προς τον βυθόν της θαλάσσης.
* * *
 Τέλος ήρχισε να σκοτεινιάζη. Ενύκτωσεν ακριβώς την στιγμήν καθ’ ήν
θα έβλεπον αντικρύ το Κάστρον, ου απείχον τώρα δύο ακόμη μίλια. Νέφη
συσσωρευμένα προς ανατολάς ημπόδιζον να φανή το παρήγορον φέγγος
της σελήνης. Αλλ’ ο άνεμος, αντί να πέση, εδυνάμωνε και αγρίευε και
εθέριευε, και ο πλους κατέστη αδύνατος του λοιπού. Δεν έβλεπον πλέον
ούτε εμπρός ούτε δεξιά τίποτε, ειμή δύο όγκους φαιούς, αμαυρούς.
Ευτυχώς ο μπαρμπα –Στεφανής εγνώριζε καλά το μέρος.
 «Εδώ, εδώ, είν’ ένα λιμανάκι, παπά, κατ’ απ’ το Πρυΐ, αποκάτ’ απ’ την
Αγία Αναστασιά, στα Μποστάνια».
 «Θυμάσαι καλά, Στεφανή;»
 «Όπως ξέρ’ ς η αγιωσύνη σ’ τα γράμματα τ’ ς εκκλησιάς απ’ όξω παπά,
έτσι κ’ εγώ τα ξέρ’ απ’ όξω όλα τα λιμανάκια, τους κάβους, κι τ’ς
αμμουδιές, όλες τις ξέρες κι τα γκρίφια κι τα θαλάμια».
 Και προσήγγισαν με πολύν κόπον και αγώνα και βάσανον, βρεγμένοι,
θαλασσοπνιγμένοι, μισοπαγωμένοι.
 «Εκεί, εκεί διαναστάει».
 Υπήρχεν εν θαλάσσιον μάρμαρον, ως φυσική αποβάθρα, πότε
καλυπτόμενον από το κύμα, πότε ανέχον υπεράνω της θαλάσσης. Την
φοράν ταύτην το εκάλυπτε και δεν το εκάλυπτε το κύμα. Επλησίασαν και
ησθάνθησαν πάραυτα το ευάρεστον αίσθημα της παύσεως του σάλου και
της προσεγγίσεως εις σκεπαστόν κ’ ευλίμενον μέρος.  «Πάντα κατευόδιο!» είπε ποιών το σημείον του Σταυρού ο κυρ
Αλεξανδρής, όστις τότε εξεζαλίσθη κ’ εστάθη εις τους πόδας του.
 Επήδησαν εις-εις έξω· εξεφόρτωσαν τας αποσκευάς και ηλάφρυναν την
βάρκαν. Ανάμεσα εις το μάρμαρον και εις την κρημνώδη ακτήν
εσχηματίζετο μικρά αμμουδιά, όση θα ήρκει δια να σύρη αλιεύς την
ψαροπούλαν του, γυρμένην από την μίαν πλευράν επί της άμμου, και να
εξαπλωθή και αυτός υπό την άλλην πλευράν να κοιμηθή θεωρών τους
αστέρας.
 «Τώρα να σύρουμε τη βάρκα, παπά» είπεν ο μπάρμπα-Στεφανής «κ’
ύστερα οι άνδρες να φορτωθούμε όλα τα πράγματα και ν’ αρχίσουμε
σιγά-σιγά ν’ ανεβαίνουμε. Ας πάρουν κ’ οι γυναίκες ό,τι μπορούν».
 «Να τώρα τι άξιζε νά ‘χα το μ’λάρι μαζί μ’» είπεν ο Βασίλης της
Μυλωνούς· «σου είπα, μπαρμπα-Στεφανή, να το μπαρκάρουμε· δε
θέλησες».
 Έσυραν την λέμβον. Ήναψαν τα δύο φανάρια που είχαν. Ο Βασίλης
έλαβε τα πτυάρια και τας αξίνας του, και απομακρυνθείς προσωρινώς
ήρχισε να κατοπτεύη πού θα εύρισκε μονοπάτι όχι πολύ πατημένον από
την χιόνια, ώστε να δύνανται οι άνθρωποι να βαδίσωσιν. Από το μέρος
εκείνο ως το Κάστρον, το οποίον διεκρίνετο ως πελώριος αμαυρός όγκος
υψηλά προς βορράν, η οδός δεν θα ήτο πλέον της ώρας, αλλ’, εις ην
κατάστασιν ήτο τώρα ο δρόμος από τας χιόνας, τις οίδεν αν θα ήρκει και
το τριπλάσιον του χρόνου όπως φθάσωσιν. Εδείπνησαν όλοι επί ποδός με
δίπυρα και με ελαίας και έπιον ολίγον οίνον ή ρακήν.
 Ο Βασίλης επανελθών ανήγγειλε ότι ανεύρε το μονοπάτι, πλακωμένον
πολύ από την χιόνα, αλλ’ ότι με πολύν κόπον, αν προπορεύωνται δύο
άνθρωποι και ξεχιονίζουν, ελπίζει να φθάσουν εις το Κάστρον, το
γρηγορώτερον... έως τα μεσάνυκτα. Εφορτώθησαν τας αποσκευάς. Ο κυρ
Αλεξανδρής έλαβε το ένα φανάρι, και μία των γυναικών το άλλο. Ο
Βασίλης της Μυλωνούς, ο μπαρμπα –Στεφανής και ο υιός του έλαβον τα
πτυάρια και τας αξίνας και προπορευόμενοι ήρχισαν να ξεχιονίζωσιν. Ο
δρομίσκος ανήρχετο έρπων εις τον κρημνόν κατ’ αρχάς, είτα κατήρχετο
εις εν παραθαλάσσιον κοίλωμα. Επάτουν προσεκτικώς, ως να εμετρούσαν
τα βήματά των. Η σελήνη είχεν απαλλαγή των νεφών και προσεπάθει να
φέξη τον δρόμον με το κρυερόν φως της. Ενίοτε έχαναν το χάραγμα τουδρόμου, απεπλανώντο κ’ ευρίσκοντο αίφνης επί της κορυφής πελωρίων
βράχων, κατά των οποίων άβυσσος ήνοιγε το στόμα της, και πάλιν
κατέβαινον με τρεμουλιαστά γόνατα, κρατούμενοι εκ των πετρών και των
θάμνων. Ανείρπον εις τον κρημνόν ως μικρόν κοπάδιον αιγών
αποπλανηθέν και απαγόμενον οπίσω εις την μάνδραν από τους δύο
βοσκούς του, οίτινες το ανεζήτησαν κρατούντες φανάρια, και μακρόθεν,
αν τους έβλεπέ τις, ηδύνατο να τους εκλάβη ως συστρεφόμενον κρικωτόν
τέρας, φωσφορίζον την καφαλήν και την ουράν, με τους δύο φανούς. Με
όλον το ξεχιόνισμα, το οποίον εννοεί τις πόσον ατελώς ενηργείτο,
επάτουν ενίοτε σφαλερώς, κ’ εχώνοντο ως το γόνυ και ως τον μηρόν εις
την χιόνα.
 Επλησίαζε μεσάνυκτα, όταν έφθασαν υπό την γέφυραν του Κάστρου,
μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, αλμυροί από θάλασσαν και λευκοί από χιόνα,
μελανιασμένοι τα χείλη, αλλά θερμοί την καρδίαν.
* * *
 Εκεί επάνω, πριν διέλθωσι την γέφυραν από την σιδηρόπορταν του
Κάστρου, ηκούσθησαν φωναί:
 «Ποιοι είστε; ποιοι είστε;»
 Και αντήχησε βαρύς ο τριγμός των εσκωριασμένων στροφέων, ως να
εδοκίμαζέ τις να κλείση έσωθεν την σιδηράν πύλην. Ηκούσθη δε και
μικρός κρότος, ως ο της υψώσεως σκανδάλης τουφεκίου.
 «Καλοί! καλοί! πατριώτες!» απήντησεν ο μπαρμπα – Στεφανής. «Μα
εσείς ποιοι είστε;»
 «Πέτε μας τα ονόματά σας!»
 «Ημείς είμαστε...» ήρχισεν ο μπαρμπα –Στεφανής, και συγχρόνως δια
του βλέμματος εσυμβουλεύετο τον παπάν.
 «Μπα! αυτή είναι η φωνή του αδερφού μου» ανέκραξεν ο Βασίλης της
Μυλωνούς.
 Και είτα, εντείνας την φωνήν:
 «Αργύρη! εγώ είμαι!...» εφώναξε.
 «Τόσο καλύτερα... μας έβγαλαν κι’ από έναν κόπο» εψιθύρισεν ο ιερεύς. * * *
 Ανέβησαν εις το Κάστρον, όπου συνήντησαν τον Αργύρη της Μυλωνούς
και τον σύντροφόν του τον Γιάννη τον Νυφιώτην. Ούτοι εν ολίγοις
διηγήθησαν πώς τους είχε κλείσει το χιόνι επάνω στο Στοιβωτό, όπου
ετρύπωσαν δύο νύκτας εις μίαν σπηλιάν, και πώς την προχθές, ήτοι εις
τας 22 του μηνός, ελθόντες τους απηλευθέρωσαν εκείθεν, εκτοπίσαντες
μεγάλους όγκους χιόνος, δύο αιγοβοσκοί, ο Γιαλής ο Κόνιζας και ο
Γιώργης ο Μπάντας, οίτινες και ευρίσκοντο την στιγμήν ταύτην με όλον
το αιπόλιόν των εις το φρούριον.
 Το φρούριον τούτο, όπερ αλλαχού περιεγράψαμεν, ήτο γιγαντιαίος
βράχος φυτρωμένος εκεί παρά το πέλαγος, προεκβολή της γης προς τον
πόντον, ως να έδειχνεν η ξηρά τον γρόνθον εις την θάλασσαν και να την
προεκάλει· φοβερός μονοκόμματος γρανίτης αλίκτυπος, όπου γλαύκες
και λάροι ήριζον περί κατοχής, διαφιλονεικούντες πού αρχίζει η κυριότης
του ενός και πού σταματά η δικαιοδοσία του άλλου. Προσφιλής σκοπός
του Βορρά και των γειτόνων του, του Καικίου και του Αργέστου, ων το
στάδιον ευρύ εκτείνεται αναμέσον της Χαλκιδικής, του Θερμαϊκού, του
Ολύμπου και του Πηλίου· μεμονωμένος υψιτενής βράχος, εφ’ ου οι
κάτοικοι εξ ανάγκης είχον κλεισθή δια φύλαξιν κατά των πειρατών και
των βαρβάρων, εγκαταλιπόντες αυτόν έρημον μετά το 1821, ότε εκτίσθη η
σημερινή μεσημβρινή πολίχνη.
 Μέχρι προ ολίγων ετών εσώζοντο ακόμη οικίαι τινές, με τας στέγας και
τα πατώματά των, εντός του φρουρίου, αλλά τελευταίον η ολιγωρία των
δημοτικών αρχών, ο όκνος των ανθρώπων εις το να επισκέπτωνται το
Κάστρον συχνότερα, και η ασυνειδησία ολίγων τινών συλαγωγών,
πλεονεκτών ή οικοδόμων, είχε καταστήσει ερειπίων σωρόν το Κάστρον.
Εντεύθεν αμελήσαντες και οι εφημέριοι της σημερινής πολίχνης άφηνον
από ετών ήδη αλειτούργητον τον ναόν της Χριστού Γεννήσεως κατ’ αυτήν
την ημέραν της εορτής.
 Ο ναός της Χριστού Γεννήσεως ήτο η παλαιά μητρόπολις του φρουρίου.
Ο ναΐσκος, προ εκατονταετηρίδων κτισθείς, ίστατο ακόμη ευπρεπής και
όχι πολύ εφθαρμένος. Ο παπα - Φραγκούλης και η συνοδεία του
φθάσαντες εισήλθον τέλος εις τον ναόν του Χριστού και η καρδία των
ησθάνθη θάλπος και γλυκύτητα άφατον. Ο ιερεύς εψιθύρισε μετ᾽
ενδομύχου συγκινήσεως το «Εισελεύσομαι εις τον Οίκόν Σου» κ’ η θεια τοΜαλαμώ, αφού ήλλαξε την φ’στάνα της την βρεγμένην και εφόρεσεν
άλλην στεγνήν, και το γ᾽νάκι της το καλό, τα οποία ευτυχώς είχεν εις
αβασταγήν καλώς φυλαγμένα υπό την πρώραν της βάρκας, έδεσε μέγα
σάρωθρον εκ στοιβών και χαμοκλάδων και ήρχισε να σαρώνη το έδαφος
του ναού, ενώ αι γυναίκες αι άλλαι ήναπταν επιμελώς τα κανδήλια, και
ήναψαν μέγα πλήθος κηρίων εις δύο μανουάλια, και παρεσκεύασαν
μεγάλην πυράν, με ξηρά ξύλα και κλάδους εις το προαύλιον του ναού,
όπου εσχηματίζετο μακρόν στένωμα παράλληλον του μεσημβρινού
τοίχου, κλειόμενον υπό σωζομένου ορθού τοιχίου γείτονος οικοδομής, κ’
εγέμισαν άνθρακας το μέγα πύραυνον, το σωζόμενον εντός του ιερού
βήματος, κ’ έθεσαν το πύραυνον εν τω μέσω του ναού, ρίψασαι άφθονον
λίβανον εις τους άνθρακας. Και «ωσφράνθη Κύριος ο Θεός οσμήν
ευωδίας».
 Έλαμψε δε τότε ο ναός όλος, και ήστραψεν επάνω εις τον θόλον ο
Παντοκράτωρ με την μεγάλην και επιβλητικήν μορφήν, και ηκτινοβόλησε
το επίχρυσον και λεπτουργημένον με μυρίας γλυφάς τέμπλον, με τας
περικαλλείς της αρίστης βυζαντινής τέχνης εικόνας του, με την μεγάλην
εικόνα της Γεννήσεως, όπου «Παρθένος καθέζεται τα Χερουβείμ
μιμουμένη», όπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αι μορφαί του Θείου Βρέφους
και της Αμώμου Λεχούς, όπου ζωνταναί παρίστανται αι όψεις των
Αγγέλων, των μάγων και των ποιμένων, όπου νομίζει τις ότι στίλβει ο
χρυσός, ευωδιάζει ο λίβανος και βαλσαμώνει η σμύρνα, και όπου, ως εάν
η γραφική ελάλει, φαντάζεταί τις, επί μίαν στιγμήν, ότι ακούει το «Δόξα
εν υψίστοις Θεώ».
 Εν τω μέσω δε κρέμαται ο μέγας ορειχάλκινος και πολύκλαδος
πολυέλαιος, και ολόγυρα ο κρεμαστός χορός με τας εικόνας των
Προφητών και Αποστόλων, υφ’ ον ετελούντο το πάλαι οι σεμνοί γάμοι
των χριστιανικών ανδρογύνων. Και ολόγυρα αι μορφαί των Μαρτύρων,
Οσίων και Ομολογητών, ίστανται επί των τοίχων ηρεμούντες, απαθείς,
οποίοι εν τω Παραδείσω, ευθύ και κατά πρόσωπον βλέποντες, ως
βλέπουσι καθαρώς την Αγίαν Τριάδα. Μόνος ο Άγιος Μερκούριος, με την
βαρείαν περικεφαλαίαν του, με τον θώρακα, τας περικνημίδας και την
ασπίδα, φαίνεται ολίγον τι εγκαρσίως βλέπων και κινούμενος και δρων,
εις τα δεξιά του ναού, εκεί όπου διατρυπά με το δόρυ του τον επί θρόνου
καθήμενον ωχρόν Παραβάτην. Πελιδνός ο παράφρων τύραννος, με το
βλέμμα σβήνον, με το στήθος αιμάσσον, μάτην προσπαθεί ν’ αποσπάσηαπό το στέρνον του τον οξύν σίδηρον, κ’ εξεμεί μετά της τελευταίας
βλασφημίας και την μιαράν ψυχήν του. Γείτων της τρομακτικής ταύτης
σκηνής παρίσταται γλυκεία και συμπαθεστάτη εικών, ο Άγιος Κήρυκος,
τριετίζον παιδίον, κρατούμενον εκ της χειρός υπό της μητρός του, της
Αγίας Ιουλίτης. Δια δώρων και θυσιών εζήτει ο διώκτης Αλέξανδρος να
ελκύση το παιδίον, και δια του παιδίου την μητέρα. Αλλ’ ο παις, καλών
την μητέρα του και υποψελλίζων του Χριστού το όνομα, έπτυσε τον
τύραννον κατά πρόσωπον, κ’ εκείνος εξαγριωθείς εκρήμνισε το παιδίον
από της μαρμαρίνης κλίμακος, όπου συνέτριψε το τρυφερόν και δια
στεφάνους πλασθέν κρανίον.
 Και εις την χιβάδα του ιερού βήματος, υψηλά, εφαίνετο στεφανωμένη
υπό Αγγέλων η των Ουρανών Πλατυτέρα. Και κατωτέρω, περί το
θυσιαστήριον, ίσταντο, άρρητον σεμνότητα αποπνέουσαι, αι μορφαί των
Μεγάλων Πατέρων, του Αδελφοθέου, του Βασιλείου, του Χρυσοστόμου
και του Θεολόγου, και εφαίνοντο ως να έχαιρον, διότι έμελλον ν’
ακούσωσι και πάλιν τας ευχάς και τους ύμνους της Ευχαριστίας, ους αυτοί
εν Πνεύματι συνέθεσαν. Πέριξ δε και εντός και εκτός εικονίζετο
περιτέχνως όλον το Δωδεκάορτον και τα Τάγματα των Αγγέλων και η
Βρεφοκτονία και οι κόλποι του Αβραάμ και ο Ληστής, ο επί του σταυρού
ομολογήσας.
* * *
 Όταν έφθασαν εις το Κάστρον και εισήλθον εις τον ναόν του Χριστού,
τόσον θάλπος εθώπευσε την ψυχήν των, ώστε, αν και ήσαν κατάκοποι,
και αν και ενύσταζόν τινες αυτών, ησθάνθησαν τόσον την χαράν του να
ζώσι και του να έχωσι φθάσει αισίως εις το τέρμα της πορείας των, εις τον
ναόν του Κυρίου, ώστε τους έφυγε πάσα νύστα και πάσα κόπωσις. Οι
αιπόλοι, ευρόντες ενασχόλησιν και πρόφασιν, όπως καπνίζωσι καθήμενοι
και ενίοτε όπως εξαπλώνωνται και κλέπτωσιν από κανένα ύπνον,
τυλιγμένοι με τες κάππες των παρά το πυρ, είχον ανάψει έξω δύο
πυρσούς, τον ένα έμπροσθεν του ιερού βήματος, τον άλλον προς το
βόρειον μέρος. Εντός του ναού η θερμότης ήτο λίαν ευάρεστος, τη βοηθεία
των έσωθεν και έξωθεν πυρών. Και είχον σωρεύσει παμπόλλας δέσμας
ξύλων και κλάδων οι εκεί καταφυγόντες αιπόλοι, με τας ολίγας αίγας και
τα ερίφιά των, όσα δεν είχον ψοφήσει ακόμη από τον βαρύν χειμώνα του
έτους εκείνου, οι τραχείς αιπόλοι, οίτινες είχον σώσει και τους δύουλοτόμους εκ του αποκλεισμού της χιόνος. Και είτα ο ιερεύς έβαλεν
ευλογητόν, και εψάλη η λιτή της μεγαλοπρεπούς εορτής, μεθ᾽ ό ο κυρ
Αλεξανδρής ήρχισε τας αναγνώσεις και όσοι ήσαν νυσταγμένοι
απεκοιμήθησαν σιγά εις τα στασίδιά των, βαυκαλιζόμενοι από την
έρρινον και μονότονον απαγγελίαν του κυρ Αλεξανδρή. Ο αγαθός γέρων
ήτο εκ του αμιμήτου εκείνου τύπου των ψαλτών, ων το γένος εξέλιπεν
δυστυχώς σήμερον. Έψαλλε κακώς μεν, αλλ’ ευλαβώς και μετ’
αισθήματος.
 Αλλ’ ότε ο ιερεύς εξελθών έψαλλε το «Δεύτε, ίδωμεν πιστοί, πού
εγεννήθη ο Χριστός», τότε αι μορφαί των Αγίων εφάνησαν ως να
εφαιδρύνθησαν εις τους τοίχους· «ακολουθήσωμεν λοιπόν ένθα οδεύει ο
αστήρ», και ο κυρ Αλεξανδρής ενθουσιών έλαβε την υψηλήν καλάμη και
έσεισε τον πολυέλαιον με τας λαμπάδας όλας ανημμένας· «Άγγελοι
υμνούσιν ακαταπαύστως εκεί», κ’ εσείσθη ο ναός όλος από την βροντώδη
φωνήν του παπα – Φραγκούλη, μετά πάθους ψάλλοντος: «Δόξα εν
Υψίστοις, λέγοντες, τω σήμερον εν σπηλαίω τεχθέντι» · και οι Άγγελοι οι
ζωγραφιστοί, οι περικυκλούντες τον Παντοκράτορα άνω εις τον θόλον,
έτειναν το ους αναγνωρίσαντες οικείον αυτοίς τον ύμνον.
 Και είτα ο ιερεύς επήρε καιρόν, και ήρχισε να προσφέρη τω Θεώ θυσίαν
αινέσεως.
* * *
 Αίφνης ηκούσθησαν φωναί έξωθεν του ναού. Εξήλθόν τινες των ανδρών
να ίδωσι τι τρέχει. Εξήλθε κ’ η θεια το Μαλαμώ, κι ο κυρ Αλεξανδρής
έμεινε με τα γυαλιά εις τα όμματα, βλέπων προς την θύραν αριστερά του,
και διέκοψε την ψαλμωδίαν του. Ο παπάς έρριψεν αυστηρόν βλέμμα προς
το ψάλτην και τον κάρφωσεν εις την θέσιν του.
 Τας φωνάς είχον ρήξει ο εις των αιπόλων και ο εις των υλοτόμων,
οίτινες έτυχον καθήμενοι παρά τον πυρσόν, ανατολικώς του ναΐσκου. Δια
των φωνών τούτων είχον απαντήσει εις τινας κραυγάς ελθούσας απ’
αντικρύ, εκ της θαλάσσης.
 Εκεί εν μέσω του Κάστρου και της βραχώδους ακτής του Κουρούπη,
εσχηματίζετο επισφαλής όρμος, ο Μικρός Γιαλός. Αι κραυγαί ήρχοντοακριβώς εκ της γειτονίας των απεσπασμένων βράχων και σκοπέλων υπό
την φοβερά ακτήν του Κουρούπη.
 Παρήλθε πολλή ώρα έως ού εννοήσωσι τι τρέχει. Όλοι σχεδόν οι
εκκλησιαζόμενοι είχον εξέλθει του ναού. Έμειναν μόνοι ο ιερεύς, όστις
εκρατείτο ακλόνητος εις το χρέος του, φορεμένος ήδη τα ιερά άμφια,
ετοιμαζόμενος να προσέλθη εις την προσκομιδήν, και ο κυρ Αλεξανδρής,
τον οποίον εκράτει το βλέμμα του ιερέως.
 Εν τούτοις, κατ’ εικασίαν μάλλον ή εκ βεβαίας πληροφορίας, ενόησαν
ότι εκεί υπό τον Κουρούπη, είχε προσαράξει πλοίον, από του πελάγους
ερχόμενον. Η σελήνη είχε δύσει, και ο πυρσός δεν έρριπτε πόρρω το φως.
Έβλεπον αμυδρώς εκεί απέναντι, εις απόστασιν μιλίου σχεδόν, επί του
μαυρισμένου όγκου των αλικτύπων βράχων, έβλεπον σώμα τι, αμυδρώς
κινούμενον, μελανώτερον των βράχων. Αντήχουν εν τη σιγή της νυκτός,
μεγεθυνόμεναι από τας ηχούς, κραυγαί αγωνίας και ταραχής, όμοιαι μ’
εκείνας, τας οποίας εκχύνουσι κινδυνεύοντες άνθρωποι ή ναυαγοί
σαστισμένοι.
 Οι άνδρες έσπευδον να ρίψωσιν επί της πυράς όσα κλαδία είχον
πρόχειρα ακόμη, σχηματίζοντες ογκωδεστέραν την φλόγα. Άλλο μέσον
βοηθείας δεν είχον ταχύ.
 Εν τούτοις ο Στεφανής ο πορθμεύς και ο Μπάντας και ο Νυφιώτης ο
Γιάννης και ο Αργύρης και ο αδελφός του έλαβον ανά ένα δαυλόν και τα
δύο φανάρια, και απεφάσισαν να κατέλθωσι τρέχοντες εις τον Μικρόν
Γυαλόν. Αλλ’ εάν ο κρημνώδης δρομίσκος δεν ήτο χιονισμένος, θα
εχρειάζετο σχεδόν ημίσειαν ώρα, δια να κατέλθη τις εκεί από το Κάστρον
και τώρα, οπού ήτο χιονισμένος και ήτο νυξ, τρίτη ώρα μετά τα
μεσάνυχτα, ούτε μία ώρα δεν θα ήρκει. Εις μίαν δε ώραν ηδύναντο να
κατασυντριβώσι δεκάδες πλοίων και να πνιγώσιν εκατοντάδες
ανθρώπων.
 Ουχ ήττον οι άξεστοι εκείνοι άνθρωποι, εκ της αυθορμήτου εκείνης
φιλανθρωπίας, ήτις είναι οιονεί φυσική ορμή, ως συμπάθεια της σαρκός
προς την σάρκα, και είναι το πρώτον και τελευταίον αίσθημα το
συγκινούν την καρδίαν, μετά την πρώτην έκπληξιν, και πριν
προφθάσασα πνεύση η παγερά πνοή της φιλαυτίας και αδιαφορίας, οιάνθρωποι, λέγω, εκείνοι έλαβον τους δαυλούς των κ’ έτρεξαν έξω της
πύλης και της γεφύρας, και ήρχισαν να τρέχωσι τον κατήφορον.
 Οι λοιποί, μείναντες επάνω, ησχολούντο ν’ ανανεώσιν ολονέν την
φλόγα, μη παύοντες να ρίπτωσι ξηρά κλαδία εις το πυρ.
* * *
 Ο ιερεύς εβράδυνεν επίτηδες εις την Πρόθεσιν, κ’ εμνημόνευσε την
πρωίαν εκείνην όσα ονόματα είχεν αποθαμένα, ου μόνον τα ιδικά του και
των ελθόντων πανηγυριστών, αλλά και όλων των ενοριτών του, ου μόνον
όσα είχε γραπτά, αλλά και όσα εκ μνήμης εγνώριζεν· εγνώριζε δ᾽ εκ
μνήμης όλα τα ονόματα της πολίχνης, αποθαμένα και ζωντανά. Εδεήθη
και υπέρ διασώσεως του κινδυνεύοντος πλοίου, περί ου, χωρίς να ζητήση
εξήγησιν, αμέσως είχεν εννοήσει τα συμβάντα.
 Τέλος αι κραυγαί μικρόν κατά μικρόν έπαυσαν, ησυχία επήλθεν. Εφάνη,
ότι βωβή συμφορά είχεν ενσκήψει, ή ότι η δυσχέρεια έλαβε πέρας. Δυο
άλλοι άνδρες ανησυχήσαντες εξήλθον έως την Αγίαν Κυριακήν, πέραν
της ξυλίνης γεφύρας με δύο πυρσούς εις τας χείρας.
* * *
 Παρήλθεν ολίγη ώρα· ο ιερεύς αργά - αργά εμβήκεν εις την λειτουργίαν,
ελπίζων να ήρχοντο εν τω μεταξύ και οι απόντες. Αλλ’ η λειτουργία
προυχώρει και ψυχή δεν εφαίνετο. Τέλος εις το «Μετά φόβου Θεού»
επέστεψαν πρώτοι οι τελευταίοι εξελθόντες προς επισκόπησιν, είτα
εισήλθεν ο μπαρμπα - Στεφανής και οι μετ’ αυτού καταβάντες εις τον
αιγιαλόν, και μετ’ αυτόν τρεις άγνωστοι με ναυτικά ενδύματα και με
κηρωτούς επενδύτας. Έφθασαν όλοι ακριβώς, όπως ασπασθώσι τας
εικόνας και λάβωσι το αντίδωρον.
 Ενώ ο κυρ Αλεξανδρής ανεγίγνωσκε το «Ευλογήσω τον Κύριον», οι
άνδρες εξηγούντο ταπεινή τη φωνή τα συμβάντα. Το εξοκείλαν πλοίον
ήτο το γολεττί του καπετάν Κωνσταντή του Λημνιαραίου, αυτοπροσώπως
παρόντος εκεί. Ο ίδιος, ανήρ μεσήλιξ, βραχύς το σώμα, με αδρόν μύστακα,
διηγείτο τα εξής: Προ δύο ημερών ήτο προσωρμισμένος εις την Δάφνην,
τον μεσημβρινόν όρμον του Αγίου Όρους, αλλ’ ο βοριάς τον εξούριασε, αι
αλυσίδες των αγκυρών του εκόπησαν υπό της βίας του ανέμου, καιπαρεσύρθη δια μιας δέκα μίλια μακράν. Μάτην προσεπάθησε με όλας τας
δυνάμεις του να προσεγγίση εις τον Κωφόν, τον γνωστόν όρμον της
Συκιάς του μεσαίου λαιμού της Χαλκιδικής, όπου, άμα εισπλεύση τις, δεν
βλέπει πλέον πόθεν εισέπλευσεν, αλλ’ όπου δυσκόλως εισπλέει τις. Ο
όρμος ομοιάζει με λίμνην μεσόγειον, μη έχουσαν ορατόν στόμιον, τόσον
είναι ασφαλής. Και το γολεττί ξυλάρμενον, μετά ματαίας προσπαθείας,
παρεσύρθη υπό της τρικυμίας προς τας νήσους, όπου την νύκτα εκείνην
των Χριστουγέννων οι αγωνιώντες ναυβάται είδον έξαφνα φως, ως φάρον
οδηγούντα αυτούς, τους πυρσούς, ους είχον ανάψει έμπροθεν του ναΐσκου
του Χριστού, οι τραχείς αιπόλοι.
 Ο πυρσός εκείνος εφάνη προς αυτούς ως θείον πράγματι θαύμα, ως να
εθερμαίνοντο περί αυτόν αγραυλούντες οι ποιμένες εκείνοι, οι
ακούσαντες το «Δόξα εν υψίστοις». Επλησίασαν, φερόμενοι μάλλον ή
πλέοντες προς το μέρος τούτο, και τότε εκινδύνευσαν να
κατασυντριβώσιν εις τους βράχους του Κουρούπη. Ευτυχώς, δι’ επιτηδείου
χειρισμού απέφυγον την καταστροφήν, κ’ εκάθισαν το σκάφος εις τα
ρηχά, επί της άμμου, όπου τόσον καλά ήτο εξησφαλισμένον, όσον δεν
ηδύνατο να είναι με τας δύο αγκύρας του, τας μεινάσας ως ομήρους εις
τον βυθόν του όρμου της Δαφνης.
* * *
 Έφεξεν ο Θεός την χαρμόσυνον ημέρα, και οι αιπόλοι εφιλοτιμήθησαν
να σφάξωσι και ψήσωσι δύο τρυφερά ερίφια, ενώ οι υλοτόμοι είχαν φέρει
από το βουνόν πολλάς δωδεκάδας κοσσύφια αλατισμένα · και ο καπετάν
Κωνσταντής ανεβίβασεν από το γολεττί, το οποίον ουδένα κίνδυνον
διέτρεχεν, όπως ήτο καθισμένον, αν δεν έπνεε νότος από της ξηράς να το
απωθήση προς το πέλαγος, ανεβίβασε δύο ασκούς γενναίου οίνου και εν
καλάθιον με αυγά και κασκαβάλι της Αίνου και ημίσειαν δωδεκάδα
όρνιθας και μικρόν βυτίον με σκομβρία. Και έφαγον πάντες και
ηυφράνθησαν, εορτάσαντες τα Χριστούγεννα μετά σπανίας
μεγαλοπρεπείας επί του ερήμου εκείνου βράχου. Την νύκτα εκοιμήθησαν
εν μέσω αφθόνων πυρών, με αρκετά δε σκεπάσματα και καπότας, όσα και
οι εκ της πολίχνης πανηγυρισταί είχον φέρει μεθ’ εαυτών, και οι
αιγοβοσκοί είχον εις το Κάστρον, και ο εκ Λήμνου φιλότιμος καραβοκύρης
εκόμισεν από το πλοίον του.  Την επαύριον ο άνεμος εκόπασε, το ψύχος ηλαττώθη πολύ κ’
επωφελούμενοι την ανακωχήν του χειμώνος απεφάσισαν ν’ απέλθωσιν.
Ο μπαρμπα - Στεφανής και ο υιός του μετά δύο άλλων βοηθών
επανήλθον εις την μικράν αμμουδιάν υπό τα Μποστάνια, καθείλκυσαν
την λέμβον, επέβησαν αυτής και κάμψαντες το Κάστρον, την έφεραν από
Σοφράν εις το βορειοανατολικόν μέρος. Τη βοηθεία της δυνατής βάρκας
του μπαρμπα - Στεφανή και της μικράς φελούκας του Λημνίου
κυβερνήτου, τόσοι βραχίονες συμπονήσαντες, δεν εβράδυναν να
ξεκαθίσωσιν από την άμμον το γολεττί, το οποίον δεν είχε πάθει τίποτε,
αλλ’ εφαίνετο ως μαλακώς πλαγιασμένον και αναπαυόμενον κατόπιν
πολλών κόπων. Και, αποχαιρετήσαντες τους αιπόλους, επεβιβάσθησαν οι
μεν εις το γολεττί, οι δε εις την βάρκαν, πότε ρυμουλκουμένην, πότε
ρυμουλκούσαν, και με ιστία και με κώπας πλέοντες, δια της
βορειοανατολικής οδού την φοράν ταύτην, ως συντομωτέρας και
ευπλοωτέρας εις την κάθοδον, έφθασαν αισίως εις την πολίχνη


Το Χριστόψωμο

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911), που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1887 στην εφημερίδα Εφημερίς   με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο Διήγημα Πρωτότυπον. Παρέμεινε ξεχασμένο έως τα Χριστούγεννα του 1941, οπότε παρουσιάσθηκε προλογισμένο και υπομνηματισμένο από τον φιλόλογο Γεώργιο Βαλέτα στο περιοδικόΝέα Εστία.
    Μεταξύ των πολλών δημωδών τύπων, τους οποίους θα έχωσι να εκμεταλλευθώσιν οι μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπή κατέχει θέσιν η κακή πενθερά, ως και η κακή μητρυιά. Περί μητρυιάς άλλωστε θα αποπειραθώ να διαλάβω τινά, προς εποικοδόμησιν των αναγνωστών μου. Περί μιας κακής πενθεράς σήμερον ο λόγος.
    Εις τι έπταιεν η ατυχής νέα Διαλεχτή, ούτως ωνομάζετο, θυγάτηρ του Κασσανδρέως μπάρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εις μίαν των νήσων του Αιγαίου. Εις τι έπταιεν αν ήτο στείρα και άτεκνος; Είχε νυμφευθή προ επταετίας, έκτοτε δις μετέβη εις τα λουτρά της Αιδηψού, πεντάκις τής έδωκαν να πίη διάφορα τελεσιουργά βότανα, εις μάτην, η γη έμενεν άγονος. Δύο ή τρεις γύφτισσαι τής έδωκαν να φορέση περίαπτα θαυματουργά περί τας
μασχάλας, ειπούσαι αυτή, ότι τούτο ήτο το μόνον μέσον, όπως γεννήση, και μάλιστα υιόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τη εδώρησεν ηγιασμένον κομβολόγιον, ειπών αυτή να το βαπτίζη και να πίνη το ύδωρ. Τα πάντα μάταια.
    Επί τέλους με την απελπισίαν ήλθε και η ανάπαυσις της συνειδήσεως, και δεν ενόμιζεν εαυτήν ένοχον. Το αυτό όμως δεν εφρόνει και η γραία Καντάκαινα, η πενθερά της, ήτις επέρριπτεν εις την νύμφην αυτής το σφάλμα της μη αποκτήσεως εγγόνου διά το γήρας της.
    Είναι αληθές, ότι ο σύζυγος της Διαλεχτής ήτο το μόνον τέκνον της γραίας ταύτης, και ούτος δε συνεμερίζετο την πρόληψιν της μητρός του εναντίον της συμβίας αυτού. Αν δεν τω εγέννα η σύζυγός του, η γενεά εχάνετο. Περίεργον, δε, ότι πας Ελλην της εποχής μας ιερώτατον θεωρεί
χρέος και υπερτάτην ανάγκην την διαιώνισιν του γένους του.
    Εκάστοτε, οσάκις ο υιός της επέστρεφεν εκ του ταξιδίου του, διότι είχε βρατσέραν, και ήτο τολμηρότατος εις την ακτοπλοΐαν, η γραία Καντάκαινα ήρχετο εις προϋπάντησιν αυτού, τον ωδήγει εις τον οικίσκον της, τον εδιάβαζε, τον εκατήχει, του έβαζε μαναφούκια, και ούτω τον προέπεμπε παρά τη γυναικί αυτού. Και δεν έλεγε τα ελαττώματά της, αλλά τα αυγάτιζε, δεν ήτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα η νύμφη της, τούτο δεν ήρκει, αλλ' ήτο άπαστρη, απασσάλωτη, ξετσίπωτη κ.λπ.    ΄Ολα τα είχεν, «η ποίσα, η δείξα, η άκληρη».
    Ο καπετάν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τα ήκουεν όλα αυτά, η φαντασία του εφούσκωνεν, εξερχόμενος είτα συνήντα τους συναδέλφους του ναυτικούς, ήρχιζαν τα καλώς ώρισες, καλώς σας ηύρα, έπινεν επτά ή οκτώ ρώμια, και με τριπλήν σκοτοδίνην, την εκ της
θαλάσσης, την εκ της γυναικείας διαβολής και την εκ των ποτών, εισήρχετο οίκαδε και βάρβαροι σκηναί συνέβαινον τότε μεταξύ αυτού και της συζύγου του.
    Ούτως είχον τα πράγματα μέχρι της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους 186... Ο καπετάν Καντάκης προ πέντε ημερών είχε πλεύσει με την βρατσέραν του εις την απέναντι νήσον με φορτίον αμνών και ερίφων, και ήλπιζεν, ότι θα εώρταζε τα Χριστούγεννα εις την οικίαν του. Αλλά τον λογαριασμόν τον έκαμνεν άνευ του ξενοδόχου, δηλ. άνευ του Βορρά, όστις εφύσησεν αιφνιδίως άγριος και έκλεισαν όλα τα πλοία εις τους όρμους, όπου ευρέθησαν. Είπομεν όμως, ότι ο καπετάν Καντάκης ήτο τολμηρός περί την ακτοπλοΐαν. Περί την εσπέραν της παραμονής των
Χριστουγέννων ο άνεμος εμετριάσθη ολίγον, αλλ' ουχ ήττον εξηκολούθει να πνέη. Το μεσονύκτιον πάλιν εδυνάμωσε.
    Τινές ναυτικοί εν τη αγορά εστοιχημάτιζον, ότι, αφού κατέπεσεν ο Βορράς, ο καπετάν Καντάκης θα έφθανε περί το μεσονύκτιον. Η σύζυγός του όμως δεν ήτο εκεί να τους ακούση και δεν τον επερίμενεν. Αύτη εδέχθη μόνο περί την εσπέραν την επίσκεψιν της πενθεράς της, ασυνήθως φιλόφρονος και μηδιώσης, ήτις τη ευχήθη το απαραίτητον «καλό δέξιμο», και διά χιλιοστήν φορά το στερεότυπον «μ' έναν καλό γυιό».
    Και ου μόνον, τούτο, αλλά τη προσέφερε και εν χριστόψωμο.
    - Το ζύμωσα μοναχή μου, είπεν η θειά Καντάκαινα, με γεια να το φας.
    - Θα το φυλάξω ως τα Φώτα, διά ν' αγιασθή, παρετήρησεν η νύμφη.
    - Οχι, όχι, είπε μετ' αλλοκότου σπουδής η γραία, το δικό της φυλάει η κάθε μια νοικοκυρά διά τα Φώτα, το πεσκέσι τρώγεται.
    - Καλά, απήντησεν ηρέμα η Διαλεχτή, του λόγου σου ξέρεις καλλίτερα.
    Η Διαλεχτή ήτο αγαθωτάτης ψυχής νέα, ουδέποτε ηδύνατο να φαντασθή ή να υποπτεύση κακό τι.
    «Πώς τώπαθε η πεθερά μου και μου έφερε χριστόψωμο», είπε μόνον καθ' εαυτήν, και αφού απήλθεν η γραία εκλείσθη εις την οικίαν της και εκοιμήθη μετά τινος δεκαετούς παιδίσκης γειτονοπούλας, ήτις τη έκανε συντροφίαν, οσάκις έλειπεν ο σύζυγός της. Η Διαλεχτή εκοιμήθη
πολύ ενωρίς, διότι σκοπόν είχε να υπάγη εις την εκκλησίαν περί το μεσονύκτιον. Ο ναός δε του Αγίου Νικολάου μόλις απείχε πεντήκοντα βήματα από της οικίας της.
    Περί το μεσονύκτιον εσήμαναν παρατεταμένως οι κώδωνες. Η Διαλεχτή ηγέρθη, ενεδύθη και απήλθεν εις την εκκλησίαν. Η παρακοιμωμένη αυτή κόρη ήτο συμπεφωνημένον, ότι μόνον μέχρι
ου σημάνη ο όρθρος θα έμενε μετ' αυτής, όθεν αφυπνίσασα αυτήν την ωδήγησε πλησίον των αδελφών της. Αι δύο οικίαι εχωρίζοντο διά τοίχου κοινού.
    Η Διαλεχτή ανήλθεν εις τον γυναικωνίτην του ναού, αλλά μόλις παρήλθεν ημίσεια ώρα και γυνή τις πτωχή και χωλή δυστυχής, ήτις υπηρέτει ως νεωκόρος της εκκλησίας, ελθούσα τη λέγει εις το ους:
    - Δόσε μου το κλειδί, ήλθε ο άντρας σου.
    - Ο άντρας μου! ανεφώνησεν η Διαλεχτή έκπληκτος.
    Και αντί να δώση το κλειδί έσπευσε να καταβή η ιδία.
    Ελθούσα εις την κλίμακα της οικίας, βλέπει τον σύζυγόν της κατάβρεκτον, αποστάζοντα ύδωρ και αφρόν.
    - Είμαι μισοπνιγμένος, είπε μορμυρίζων ούτος, αλλά δεν είναι τίποτε. Αντί να το ρίξωμε έξω, το καθίσαμε στα ρηχά.
    - Πέσατε έξω; ανέκραξεν η Διαλεχτή.
    - Οχι, δεν είναι σου λέω τίποτε. Η βρατσέρα είναι σίγουρη, με δυο άγκουρες αραγμένη και καθισμένη.
    - Θέλεις ν' ανάψω φωτιά;
    - Αναψε και δόσε μου ν' αλλάξω.
    Η Διαλεχτή εξήγαγε εκ του κιβωτίου ενδύματα διά τον σύζυγόν της και ήναψε πυρ.
    - Θέλεις κανένα ζεστό;
    - Δεν μ' ωφελεί εμένα το ζεστό, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Κρασί να βγάλης.
    Η Διαλεχτή εξήγαγεν εκ του βαρελίου οίνον.
    - Πώς δεν εφρόντισες να μαγειρεύσης τίποτε; είπε γογγύζων ο ναυτικός.
    - Δεν σ' επερίμενα απόψε, απήντησε μετά ταπεινότητος η Διαλεχτή. Κρέας επήρα. Θέλεις να σου ψήσω πριζόλα;
    - Βάλε, στα κάρβουνα, και πήγαινε συ στην εκκλησιά σου, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Θα έλθω κι εγώ σε λίγο.
    Η Διαλεχτή έθεσε το κρέας επί της ανθρακιάς, ήτις εσχηματίσθη ήδη, και ητοιμάζετο να υπακούση εις την διαταγήν του συζύγου της, ήτις ήτο και ιδική της επιθυμία, διότι ήθελε να κοινωνήση. Σημειωτέον ότι την φράσιν «πήγαινε συ στην εκκλησιά σου» έβαψεν ο Καντάκης διά στρυφνής χροιάς.
    - Η μάννα μου δε θα τώμαθε βέβαια ότι ήλθα, παρετήρησεν αύθις ο Καντάκης.
    - Εκείνη είναι στην ενορία της, απήντησεν η Διαλεχτή. Θέλεις να της παραγγείλω;
    - Παράγγειλέ της να έλθη το πρωί.
    Η Διαλεχτή εξήλθεν. Ο Καντάκης την ανεκάλεσεν αίφνης.
    - Μα τώρα είναι τρόπος να πας εσύ στην εκκλησιά, και να με αφήσεις μόνον;
    - Να μεταλάβω κι έρχομαι, απήντησεν η γυνή.
    Ο Καντάκης δεν ετόλμησε ν' αντείπη τι, διότι η απάντησις θα ήτο βλασφημία. Ουχ ήττον όμως την βλασφημίαν ενδιαθέτως την επρόφερεν.
    Η Διαλεχτή εφρόντισε να στείλη αγγελιοφόρον προς την πενθεράν της, ένα δωδεκαετή παίδα της αυτής εκείνης γειτονικής οικογενείας, ης η θυγάτηρ εκοιμήθη αφ' εσπέρας πλησίον της, και επέστρεψεν εις τον ναόν.
    Ο Καντάκης, όστις επείνα τρομερά, ήρχισε να καταβροχθίζη την πριζόλαν. Καθήμενος οκλαδόν παρά την εστίαν, εβαρύνετο να σηκωθή και ν' ανοίξη το ερμάρι διά να λάβη άρτον, αλλ' αριστερόθεν αυτού υπεράνω της εστίας επί μικρού σανιδώματος ευρίσκετο το χριστόψωμον
εκείνο, το δώρον της μητρός του προς την νύμφην αυτής. Το έφθασε και το έφαγεν ολόκληρον σχεδόν μετά του οπτού κρέατος.
    Περί την αυγήν, η Διαλεχτή επέστρεψεν εκ του ναού, αλλ' εύρε την πενθεράν της περιβάλλουσαν διά της ωλένης το μέτωπον του υιού αυτής και γοερώς θρηνούσαν.
    Ελθούσα αύτη προ ολίγων στιγμών τον εύρε κοκκαλωμένον και άπνουν. Επάρασα τους οφθαλμούς, παρετήρησε την απουσίαν του χριστοψώμου από του σανιδώματος της εστίας, και αμέσως ενόησε
τα πάντα. Ο Καντάκης έφαγε το φαρμακωμένο χριστόψωμο, το οποίον η γραία στρίγλα είχε παρασκευάσει διά την νύμφην της.
    Ιατροί επιστήμονες δεν υπήρχον εν τη μικρά νήσω. Ουδεμία νεκροψία ενεργήθη. Ενομίσθη, ότι ο θάνατος προήλθεν εκ παγώματος συνεπεία του ναυαγίου. Μόνη η γραία Καντάκαινα ήξευρε το αίτιον του θανάτου. Σημειωτέον, ότι η γραία, συναισθανθείσα και αυτή το έγκλημά της, δεν
εμέμφθη την νύμφην της. Αλλά τουναντίον την υπερήσπισε κατά της κακολογίας άλλων.
    Εάν έζησε και άλλα κατόπιν Χριστούγεννα, η άστοργος πενθερά και ακουσία παιδοκτόνος, δε θα ήτο πολύ ευτυχής εις το γήρας  της.

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Της Κοκκώνας το σπίτι»

Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ' εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ' της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν' αναβεί, εγλιστρούσε διά να καταβεί.
Άμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθει η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.
Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά εις τον ανερχόμενον, δίπλα εις το σπίτι του γερο-Παγούρη, και αντικρύζουσα με το του Χατζή Παντελή, υψούτο ατελείωτος οικοδομή, με τέσσαρας τοίχους ορθούς μέχρι του πατώματος, με τας ξυλώσεις χασκούσας έως της οροφής, με την στέγην καταρρέουσαν, με φαιούς και φθειρομένους τους τοίχους, την οποίαν η εγκατάλειψις, ο άνεμος και η βροχή είχον καταστήσει ερείπιον και χάλασμα. Τα παιδία, όσα κατήρχοντο την μεσημβρίαν από το εν σχολείον και όσα ανήρχοντο την εσπέραν από το άλλο, διά να αφήσωσι τα βιβλία εις την οικίαν, κλέψωσι τεμάχιον άρτου από το ερμάριον και τρέξωσιν ακράτητα διά να παίξωσιν εις τον αιγιαλόν, της έρριπτον αφθόνους πέτρας, διά να την εκδικηθώσι την ημέραν δι' όσον τρόμον τούς επροξένει την νύκτα, όταν ετύχαινε να περάσωσιν. Οι παπάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονήν των Φώτων εν σώματι από την οικία του δημάρχου, με τους σταυρούς και τας φωτιστήρας των, αγιάζοντες οικίας, δρόμους και μαγαζιά, και διώκοντες τους σκαλικαντζάρους, ελησμόνουν να ρίψωσι μικράν σταγόνα αγιασμού και εις την άτυχην εγκαταλελειμμένην οικίαν, την οποίαν δεν είχε χαρεί ο οικοκύρης όστις την έκτισε, και ήτις δεν είχεν αξιωθεί ν' απολαύσει την οικοκυράν της. Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γίνει κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως των τυράννων της ώρας ταύτης, των σκαλικαντζάρων.
***
Δεν είχεν αξιωθεί ν' απολαύσει την οικοκυράν της. Ο καπετάν Γιαννάκος ο Συρμαής, ανήρ αισθηματικός και γενναίος, «μερακλής» όσον κανείς άλλος εκ των συγχρόνων του, είχε ερωτευθεί ποτέ εις το Σταυροδρόμι την Κοκκώνα-Αννίκαν, ωραίαν, υψηλήν, με χρυσόξανθα μαλλιά, λευκήν και με χαρακτήρας λεπτοτάτους, με βλέμμα το οποίον κάτι έλεγε στην καρδιά. Ο πλοίαρχος ηρραβωνίσθη εν τη Βασιλευούση, και κατήλθε με το καράβι εις την πατρίδα, όπου παρήγγειλε να του κτίσουν, με σχέδιον κομψόν και ασύνηθες έως τότε εις την πολίχνην, την μικράν ωραίαν οικίαν, σκοπεύων με το πρώτον ταξίδιον να φέρει έπιπλα από την Βενετίαν, διά να ευτρεπίσει, να στολίσει την νεόκτιστον οικίαν και την κάμει αξίαν της αβράς Κοκκώνας, την οποίαν εμελέτα να φέρει από την Πόλιν. Αλλ' η οικία δεν έμελλε να τελειώσει και η Κοκκώνα δεν έμελλε να κατέλθει. Η Κοκκώνα, οκτώ μήνας μετά την μνηστείαν, απέθνησκε φθισική εις το Σταυροδρόμι, και η οικία έμεινεν ατελείωτη, έρημη και άχαρη, ανά τον λιθόστρωτον ανηφορικόν δρόμον, σιμά εις τον κρημνώδη βράχον. Ως αόρατος δε επιγραφή επί του μετώπου της καταρρευούσης οικίας, ως αόριστος τραγική ειρωνία επί της τύχης της, έμενε το όνομα «της Κοκκώνας το Σπίτι».
Μνημούρια του Φερίκ-κιοΐ κι' ολόρθα κυπαρίσσα...
Έχασα την αγάπη μου και λαχταρώ περίσσα.
***
Την εσπέραν εκείνην, παραμονήν των Χριστουγέννων του έτους 185... δύο παιδία κατήρχοντο με ζωηρά βήματα το λιθόστρωτον και οι πόδες των, ασυνήθιστοι εις τα πέδιλα τα οποία είχον φορέσει ίσως εκτάκτως την εσπέραν εκείνην, έκαμνον μέγαν κρότον επί των πλακών του εδάφους. Αμφότεροι εκράτουν ελαφράς ράβδους. Ο εις εκράτει φανόν με την άλλην χείρα. Ήτο εβδόμη ώρα. Νυξ αστροφεγγής και ψυχρά. Σφοδρός άνεμος κατήρχετο παγετώδης από τα χιονισμένα βουνά. Ο άνεμος έκαμνε τα σφικτοκλεισμένα παράθυρα και τας κλειδομανδαλωμένας θύρας να στενάζωσιν υπό την ψυχράν πνοήν του. Τα παιδία εμάλωναν ως δύο γνήσιοι φίλοι.
— Εγώ είδα π’ σόδωκε ένα εικοσιπενταράκι, βρε Αγγελή, έλεγε το εν.
— Όχι, μα το θεριό, έλεγε το άλλο· μια πεντάρα μόδωκε. Να τηνε.
Και εδείκνυε μεταξύ των δακτύλων του μίαν πεντάραν.
— Όχι, επέμενε το άλλο, το οποίον εκράτει το φανάριον. Το είδα εγώ που ήταν εικοσιπενταράκι· δε με γελάς.
— Όχι, μα την παναγίδα, βρε Νάσο. Μιά πεντάρα, σου λέω.
— Μ' αφήνεις να σε ψάξω;
— Θα σ' πέσει το φανάρι.
Διά μιας ο Νάσος άφησε το φανάρι καταγής και ητοιμάζετο να ψάξει τον Αγγελήν. Είχον λάβει το μέτρον, επειδή δεν ενεπιστεύοντο αλλήλους (ήσαν δεκαετείς την ηλικίαν), ευθύς άμα κατήρχοντο από εκάστην των οικιών, όπου ανέβαινον κι ετραγουδούσαν τα Χριστούγεννα, να κάμνωσιν ευθύς μερίδιον πεντάρα και πεντάρα και κανείς εκ των δύο να μην είναι κάσσα μέχρι τέλους της επιχειρήσεως. Αλλά την τελευταίαν φοράν ο Νάσος είχε υποπτευθεί τον Αγγελήν.
Εν τη θέρμη της λογομαχίας των, είχον λησμονήσει ότι έφθασαν ήδη εις το στενόν του λιθοστρώτου, του άγοντος εις την επάνω συνοικίαν, και ευρίσκοντο υποκάτω εις το σπίτι της Κοκκώνας, όπου έβγαιναν φαντάσματα. Εκεί είχον σταματήσει και ο Νάσος ήρχισε να ψάχνει τον Αγγελήν.
Ο Αγγελής, ενόσω ο άλλος ηρεύνα τα θυλάκια της περισκελίδος του, ίστατο αδιάφορος, αλλ' άμα η χειρ ανήλθε και ήρχισε να ψαύει τον κόλπον, έπιασεν ο ίδιος το γελέκον του αριστερά προς την μέσην, και το έσφιγγε με όλην την δύναμιν του, εμποδίζων την χείρα του φίλου του να φθάση έως εκεί.
— Δεν μ' αφήνεις να σε ψάξω!
— Άφησέ με! Δεν έχω τίποτε.
— Είσαι ψεύτης!
Ο Αγγελής ύψωσε απειλητικήν χείρα.
— Είσαι ψεύτης και κλέφτης!
Ελαφρός κόλαφος ηκούσθη, και συγχρόνως φωνή παραδόξου όντος μελανού την όψιν, με μαλλιά ανατσουτσουρωμένα, με αλλόκοτα ράκη ως ενδυμασίαν, αντήχησε:
— Τι μαλώνετε, βρε;
***
Τα δύο παιδία αφήκαν συγχρόνως διπλήν πεπνιγμένην κραυγήν και εδοκίμασαν να τραπώσιν εις φυγήν, αφήνοντα το φανάριον καταγής. Αλλά το παράδοξον ον με τον πόδα ανέτρεψε το φανάριον, το οποίον έσβησεν ευθύς, και με τας δύο χείρας συνέλαβεν από τους βραχίονας τα δύο τρέμοντα παιδία.
— Ποιος είναι κάσσα, βρε;
Τα δύο παιδία ήσπαιρον κ' εδοκίμαζαν να φύγουν.
— Μη φοβάστε, δεν σας τρώω. Δώστε μου τους παράδες σας, για να μη μαλώσετε και σκοτωθήτε. Καλά που βρέθηκα εδώ και σας γλύτωσα.
Έψαξε τες τσέπες των δύο παιδίων, και συγχρόνως τα έσυρε προς την θύραν του ισογείου της κατηρειπωμένης οικίας οπόθεν είχεν εξέλθει, ως φαίνεται, το παράδοξον ον. Εκεί έβαλε τον Νάσον υπό κράτησιν όπισθεν της θύρας, ωχύρωσε το άνοιγμα με το ίδιον σώμα του και έψαξεν εν ανέσει τον Αγγελήν. Εύρε δεκαπέντε ή είκοσι πεντάρες και δεκάρες εις τα θυλάκια. Είτα έψαξε τον Νάσον, εύρεν άλλα τόσα και εις αυτού το θυλάκιον. Ακολούθως απέπεμψε τα δύο παιδία.
— Πηγαίνετε τώρα, και μη φοβάσθε. Άλλη φορά να μην μαλώνετε.
***
Ο Γιάννης ο Παλούκας δεν είχε πώς να μεθύσει και πώς να εορτάσει τα Χριστούγεννα, εκείνην την χρονιά. Ήτο συνήθως άεργος, και οι τεμπέλικες μικροδουλειές, τας οποίας εξετέλει κάποτε, πότε κουβαλών νερό με την στάμναν εις τας οικίας, πότε υπηρετών τους κηπουρούς, τους αλωνιστάς και τους εργάτας των ελαιοτριβείων, πότε βοηθών τους γριπάρηδες εις την ανέλκυσιν του μακρού ατελειώτου γρίπου επί της μεγάλης άμμου εις τον αιγιαλόν, δεν τον είχαν «σηκώσει» κατά το έτος εκείνο. Τι να κάμει; Πώς να περάσει τέτοια χρονιάρα μέρα; Τι εσοφίσθη;
Της Κοκκώνας το σπίτι, το οποίον εφοβούντο τα παιδία της πολίχνης, και το οποίον δεν αγίαζαν οι παπάδες όταν κατήρχοντο από την άνω συνοικίαν με τους σταυρούς, ήτο κατάλληλος σταθμός διά να κρυβεί κανείς και να περάσει ως σκαλικάντζαρος, επειδή το καλούσαν οι μέρες, αφού μάλιστα χάριν των ημερών αυτών θα το έκαμνε και ο Παλούκας. Από εκεί θα επερνούσαν όλα τα παιδία της κάτω ενορίας, δηλαδή τα δύο τρίτα των παιδιών του χωριού, εις το γύρισμά των από την επάνω ενορίαν, ότε θα είχαν ικανά κέρματα εις τα θυλάκιά των. Ο Παλούκας δεν εσκέφθη περισσότερον.
Έλαβε παλαιόν σιδηρούν τηγάνιον, εμουντζουρώθη όλος εις το πρόσωπον -μετέθεσε, το επ' αυτώ δύο μήνας πρωιμώτερα την Αποκριάν- εφόρεσε παλαιά ράκη τα οποία επρομηθεύθη κάπου, και απελθών, άμα ενύκτωσεν, εξεκάρφωσεν αθορύβως τας παλαιάς σανίδας, τας σχηματιζούσας χιαστί πρόχειρον φραγμόν εις το ισόγειον της ερήμου κατοικίας της Κοκκώνας, και εχώθη μέσα. Μίαν ώραν ύστερον κατήλθε διά του λιθοστρώτου, η πρώτη συνωρίς των αδόντων παιδίων, ο Νάσος και ο Αγγελής. Είδομεν πώς ήλθαν βολικά τα πράγματα, και πώς ο Παλούκας κατώρθωσε μάλιστα να περάση ως ειρηνευτής μεταξύ των παιδίων που εμάλωναν.
Αφού ο Νάσος και ο Αγγελής ετράπησαν εις φυγήν, αισθανόμενοι φεύγον το έδαφος υπό τους πόδας των, κατήλθον άλλα παιδία, είτα άλλα. Ο Παλούκας ήκουε μακρόθεν τον κρότον των βημάτων των, τας ευθύμους φωνάς των, και εψιθύριζε:
— Μας έρχεται άλλη ζυγιά.
Η τελευταία ζυγιά ήτις κατήλθε, συνίστατο από τον Στάμον και από τον Αργύρην, δύο φρονίμους παίδας. Ούτοι δεν εμάλωναν, αλλ' εσχεδίαζαν μεγαλοφώνως τι να τα κάμουν τα λεπτά εκείνα που θα εμάζωναν εκείνην την βραδιάν.
—Να φτιάσωμε κι ένα σκεπαρνάκι, βρε.
— Να κόψουμε μια λεύκα.
— Να πάρουμε φλαμούρι, να κάμουμε καράβι.
— Να βγάλουμε από τον πεύκο τ' Αλμπάνη την καρίνα και τα στραβόξυλα.
— Εσύ θα είσαι μαραγκός, κι εγώ πρωτομάστορας.
— Βρε! καλώς τους μαστόρους, ηκούσθη έξαφνα μία φωνή.
Ο Παλούκας είχεν εξορμήσει, τρίτην ή τέταρτην φοράν, από την κρύπτην του.
Ο Στάμος και ο Αργύρης αφήκαν πεπνιγμένην κραυγήν και ηθέλησαν να φύγουν. Αλλ' ο Παλούκας εφήρμοσε την μέθοδόν του, και τους ελήστευσε.
— Είναι άλλη ζυγιά; ηρώτησεν είτα.
Τα παιδία τον εκοίταζαν με απλανή όμματα, απολιθωμένα από τον φόβον. Αλλ' ο Στάμος, όστις ήτο δωδεκαετής και ξυπνητός, ενόησε εν τω μεταξύ ότι δεν ήτο φάντασμα. Ο φόβος του εμετριάσθη, και μετέδωκε θάρρος και εις τον Αργύρην.
— Είναι κι άλλη ζυγιά; επανέλαβεν ακαταλήπτως ο παράδοξος άνθρωπος.
— Τι ζυγιά; ηδυνήθη ν' αρθρώσει ο Στάμος.
— Είναι άλλα παιδιά να κατεβούν, απ’ τον απάνω μαχαλά;
— Δεν ξέρω, είπεν ο Στάμος.
Την φοράν ταύτην, ο Παλούκας είχεν ολιγωρήσει να σβήσει τον φανόν, διότι εκ της μέχρι τούδε πείρας του επείσθη ότι δεν θα τον ανεγνώριζαν τα παιδία. Αλλ' ο Στάμος τον εκοίταξε τόσον καλά, ώστε «εγύριζε μες στο νου του» ότι κάποιος ήτον και δεν απείχε πολύ του να τον αναγνωρίσει.
— Πέστε μου, βρε, αν είναι κι άλλη ζυγιά, επέμεινεν ο Παλούκας.
— Δεν ξέρουμε, επανέλαβεν ο Στάμος.
Τέλος ο Παλούκας αφήκε τα παιδία ελεύθερα.
***
Παρήλθον δέκα λεπτά της ώρας, και γενναίον πετροβόλημα ήρχισε να δέρνει την στέγην, τας ξυλώσεις, και τας δοκούς του αφατνώτου πατώματος της ερήμου κατοικίας. Πολλοί λίθοι, με υπόκωφον δούπον, διερχόμενοι διά των δοκών, και άλλοι διά της θύρας έπιπτον εις το έδαφος του ισογείου.
Στράτευμα παιδίων είχεν εξορμήσει από το προαύλιον του ναού των Τριών Ιεραρχών, τριακόσια ή τετρακόσια βήματα απέχοντος, και εξετέλει φοβεράν έφοδον κατά του ασύλου του Σκαλικαντζάρου.
Τα πρώτα ληστευθέντα παιδία, ο Νάσος και ο Αγγελής, αφού έφθασαν ασθμαίνοντα εις την μικράν πλατείαν την έμπροσθεν του ναού, μη έχοντα πλέον διά τι πράγμα να μαλώσωσιν, έκαμαν αγάπην. Μετά φιλικωτάτην δε συζήτησιν εκ συμφώνου, απεφάνθησαν ότι το παράδοξον ον, το οποίον τους επήρε τα λεπτά, αφού δεν τους επήρε ούτε την φωνήν ούτε τον νουν των, θα ειπεί ότι δεν ήτον φάντασμα, ούτε βρυκόλακας, και αφού δεν εδοκίμασε να τους φάγει, θα ειπεί ότι δεν ήτον ούτε σκαλικάντζαρος. Τι άλλο θα ήτον λοιπόν; Θα ήτον άνθρωπος, χωρίς άλλο.
Η δευτέρα ζυγιά των παιδίων έφθασε μετ' ου πολύ, είτα η τρίτη και η τετάρτη. Τέλος ο Στάμος, όστις ήλθε τελευταίος μετά του Αργύρη, επρότεινε και όλοι εψήφισαν να εκτελέσωσι τακτικήν νυκτερινήν έφοδον κατά της οικίας.
Ο Παλούκας, την στιγμήν εκείνην, εδίσταζε, και είχεν αποφασίσει πλέον ν' αποσυρθεί αφού είχε κάμει αρκετήν λείαν, όση θα ήρκει διά να μεθύσει την ημέραν των Χριστουγέννων, ως και την ημέραν των Επιλοχίων, και την του αγίου Στεφάνου ακόμη. Ενώ δε ήτο έτοιμος να φύγει και πάλιν έμενεν, επήλθεν η πρώτη πυκνή χάλαζα των λίθων.
— Να μια ζυγιά! εφώναξε φιλέκδικος ο Στάμος.
— Να μιά ζυγιά! επανέλαβον εν χορώ τα παιδία.
Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον αν απεφάσιζεν ο Παλούκας να φύγει, θα ήτο ήδη εκτός βολής. Δυστυχώς ήτο αργά τώρα.
Απεφάσισε ν' αρπάξει μίαν σανίδαν και μεταχειριζόμενος αυτήν ως σπάθην άμα και ως ασπίδα να εκτελέση έξοδον διασχίζων τας τάξεις του εχθρού. Αλλά δευτέρα ραγδαιοτέρα χάλαζα λίθων τον έκαμε να οπισθοδρομήσει με δύο πληγάς εις την κνήμην και εις τον βραχίονα.
— Να κι άλλη ζυγιά! εφώναξεν αδιάλλακτος ο Στάμος.
— Να κι άλλη ζυγιά! ηλάλαξαν τα παιδία.
Ο Παλούκας εκόλλησεν εις την εσωτέραν γωνίαν του ισογείου, στηρίξας τα νώτα εις τον τοίχον, ζαρωμένος υπό τινά δοκόν του πατώματος, σύρριζα εις τον τοίχον βαλμένην. Αλλά κι' εκεί, μέγας λίθος, κτυπήσας επί του τοίχου, ελόξευσε και τον έπληξε μετά μετρίας βίας εις τον ώμον.
— Βρε! από σπόντα, εμορμύρισε γελών ακουσίως ο Παλούκας.
Ευτυχώς δι' αυτόν, οι εχθροί δεν απεφάσισαν να έλθωσιν έως την θύραν του ισογείου. Λείψανον φόβου υπήρχεν ακόμη, φαίνεται, εις το βάθος του παιδικού θράσους.
Τέλος, επειδή η μάχη παρετείνετο, ο Παλούκας, μετά φρόνιμον σκέψιν, απεφάσισε ν' αναρριχηθεί εις τον τοίχον (εγνώριζε πού υπήρχαν οπαί από τα ικρία και τες ξυλωσιές της οικοδομής) πατών από οπήν εις οπήν. Το έκαμε ταχέως και επιτυχώς, και αφού έφθασεν εις το πάτωμα, αόρατος εις τον εχθρόν όπισθεν λειψάνου ξυλοτοίχου, αποφασιστικώς επήδησεν από το άλλο μέρος, εντός του εδάφους της αυλής του γερο-Παγούρη.
Ήτον ως δύο μπόγια υψηλά, όχι περισσότερον. Διότι το έδαφος ήτο υψηλότερον κατά τρεις ή τέσσαρας σπιθαμάς έσωθεν του αυλογύρου.
Ο Παλούκας έπεσε βαρύς, εκτύπησεν εις το γόνυ, ανετράπη, ανωρθώθη, έψαυσε τα μέλη του, και βεβαιωθείς ότι δεν του είχε σπάσει κανέν κόκκαλον, ετράπη εις φυγήν, τρέχων από το άλλο μέρος του αυλογύρου, όπου ήξευρεν ότι ο περίβολος εκλείετο από απλούν φράκτην, συγκοινωνών προς την αυλήν συγγενικής οικίας.
Ο δούπος της πτώσεώς του ηκούσθη εκείθεν του τοίχου της αυλής.
Ο Στάμος εφώναξε «εμπρός!» και δοκιμάσας το μάνδαλον της θύρας του αυλογύρου, είδεν ότι η θύρα ήτο ανοικτή. Εισώρμησε πρώτος και τα άλλα παιδία τον ηκολούθησαν.
Η φωνή του Παλούκα συνωδεύθη, εκτός του δούπου της πτώσεώς του, και από άλλον κρότον, κρότον μεταλλικόν. Λεπτά τού είχαν πέσει από την τσέπην.
Ο Παλούκας δεν εγύρισεν οπίσω να τα μαζέψει.
Ο Αγγελής, εν των παιδίων, ήκουσε ζωηρότατα τον μεταλλικόν κρότον, αγροίκησε πολύ καλά το μέρος εις το οποίον είχον πέσει τα κέρματα, και κύψας και ψηλαφών ήρχισε να τα μαζώνει με την φούχταν, ενώ τα άλλα παιδία έτρεχαν κατόπιν του φεύγοντος Παλούκα, ρίπτοντα λίθους και κράζοντα:
— Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!
***
Κρότος παραθύρου ανοιγομένου ηκούσθη ήδη εις τον οικίσκον του γερο-Παγούρη, όστις ακούσας την ακατανόητον έφοδον, την γενομένην την νύκτα εκείνην εις τον αυλόγυρον του, ήνοιγε το παράθυρον και ηρώτα έκπληκτος:
— Τι είναι; Τι τρέχει;... Ποιος είναι;... Ποιοι είστε;... Ε! δεν ακούτε!
Ενώ ο Αγγελής είχε μαζέψει ήδη όλα τα λεπτά όσα ηύρε, και έφευγεν διά της μεσημβρινής θύρας, και τα άλλα παιδία πέραν του βορεινού φράκτου, κατεδίωκον εις τον βρόντο τον Παλούκαν, όστις είχε γίνει άφαντος ήδη, επαναλαμβάνοντα:
— Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!
(1893)
[πηγή: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, τ.2, κριτ.